Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014


Ο γέρος στο παράθυρο

Πόσα χρόνια… Πόσα όνειρα… Πόσοι αγώνες…
Και κατάφερες να «γεράσεις».
Χαρές και λύπες, δώρα και απαξιώσεις, γέλια και δάκρυα, επιτεύξεις και απογοητεύσεις, αγάπες και μνήμες, λησμονιές και θύμησες,
όλα εναλλάσσονταν όπως η ώρα τη μέρα, η μέρα τη νύχτα, η βδομάδα τον μήνα, ο μήνας τον χρόνο κι ο χρόνος τα χρόνια…
Και τώρα στέκεσαι εκεί, στο ξεχαρβαλωμένο, για τους άλλους, παράθυρο, μα για σένα κρύβει από όλους το κονάκι σου, τη ζωή σου, τον πόνο και την πίκρα σου. Πού πήγαν όλοι και σ’ αφήσανε μόνο; Πού πήγε η πατρογονική σου οικογένεια; Και η άλλη, που με τόσο πόνο και αίμα έστησες; Πού πήγαν τα παιδιά, που τα κρατούσες από το χέρι, το πνευματικό και μοναδικό εκείνο χέρι σου και με τα οποία περνοδιάβαινες τη ζωή με τη σοφία που κρύβουν τα νιάτα; Πού πήγαν όλοι εκείνοι που τους χάρισες απλόχερα τη φιλία σου; Πού είναι όλοι όσοι «ευεργετήθηκαν» από τη δοτικότητά σου;
Όλα αυτά τα έχεις κλειδαμπαρώσει μέσα στην καμαρούλα σου, την φτωχική για τους άλλους, μα τόσο πλούσια για σένα. Γεμάτη φωτογραφίες, γράμματα, αφιερώσεις, βιβλία και πάλι βιβλία, χαρτιά χειρόγραφα τακτοποιημένα σε φακέλους, καθένας με τη θεματολογία του, τακτοποιημένοι στο σεντούκι που χάσκει ορθάνοιχτο, έτοιμο να δεχθεί τα νέα σου γραφήματα, τις τόσο πολύτιμες σκέψεις σου για το πριν, το σήμερα, το αύριο. Λέξεις που παίρνουν σάρκα και οστά, εικόνες, γεύσεις και μυρωδιές. Κι όλα αυτά πίσω από τούτο το παράθυρο…
Το σκηνικό συμπληρώνει ένα κρεβάτι, ένα μικρό τραπέζι με δυο ξύλινες καρέκλες, την πολυθρόνα σου, μια μικρή κουζίνα κι ένα μικρό ψυγείο, ένα μικρό διάδρομο και μια μικρή τουαλέτα. Όλα μικρά, πεντακάθαρα και τακτοποιημένα. Ακόμη και οι ντενεκέδες που φιλοξενούν τους βασιλικούς σου. Και από πίσω η, επίσης, μικρή αυλή που βλέπει στη θάλασσα. Κι εκεί έχεις φυτέψει με τα δικά σου χέρια τις βελούδινες κόκκινες, σαν αίμα, τριανταφυλλιές με το μεθυστικό τους άρωμα και τον κήπο με τα «απαραίτητα» για τη «επαρκή» διατροφή σου… Κάπου εκεί, στη μέση, σχεδόν, στέκεται μια γηραλέα ελιά για «το λαδάκι» σου, όπως λες χρόνια τώρα. Κι ένα ξύλινο τραπέζι με δύο πάνινες πολυθρόνες, για ν’ αγναντεύεις τη θάλασσα, μήπως και σου φέρει κάποιον ή κάποια να μοιραστείς τις σκέψεις, την αγάπη, τον έρωτά σου για την ίδια τη ζωή…

Κρατήσου, γέρο μου, κρατήσου, αγαπημένε μου Δάσκαλε. Όπου να ’ναι φτάνω, να σου φιλήσω τα χέρια, να σου αφιερώσω το βραβείο μου, να σου αφιερώσω όλα όσα εσύ τόσο απλόχερα μου χάρισες!!! Κρατήσου κι έφτασα…

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2014


Γεννιέσαι και γεννάς

Γεννιέσαι με πόνο και κάνεις το πρώτο σου κλάμα. Οι επιστήμονες λένε πως πονάς κι εσύ σαν σπρώχνεις για να βγεις από την μήτρα που σε φιλοξενεί, σε προστατεύει και σε θρέφει για εννέα ολόκληρους μήνες. Πονάς κι όταν έρχεσαι σ’ επαφή με τον έξω κόσμο. Σε πονά το οξυγόνο που είσαι αναγκασμένος να εισπνεύσεις μόνος σου, σε πονά το φως που αντικρίζεις, σε πονούν οι ήχοι που δεν φιλτράρονται πια. Και αρχίζεις να βυζαίνεις και μετά άλλοι πόνοι που πρέπει να λειτουργήσουν όλα τα όργανα. Κι έρχονται οι πόνοι της οδοντοφυΐας, το μπουσούλημα, το περπάτημα, το τρέξιμο, μέχρι που πονάς και στο πρώτο σου καρδιοχτύπι, στο πρώτο σου ερωτικό σκίρτημα. Έχεις ματώσει χέρια και πόδια στην παιδική σου ηλικία και αρχίζεις να ματώνεις στην καρδιά και στην ψυχή σαν αρχίσει να λειτουργεί η γνώση και η συνείδηση, τα θέλω και τα πρέπει, τα πώς και τα γιατί.
Και φτάνει η ευλογημένη ώρα να γίνεις εσύ γονιός. Άλλοι πόνοι. Πάλι ο πόνος της γέννας, αλλά από την πλευρά της μήτρας. Πάλι κλάματα, αλλά με δάκρυα ευγνωμοσύνης, χαράς και ευτυχίας. Και πονάς με τους πόνους του παιδιού σου, θυμώνεις που δεν μπορείς να τους πάρεις εσύ, ματώνεις στο πρώτο του χτύπημα, μόνο που η δική σου πληγή δεν φαίνεται. Και μαζί με τις δικές σου, προσωπικές αγωνίες της επιβίωσης και της ευθύνης, της ίδιας της ζωής, παίρνεις παραμάσχαλα και αγκαλιά τις αγωνίες του παιδιού σου. Κάνεις ό,τι μπορείς για να το προστατεύσεις καθημερινά, δίνεις τις γνώσεις, τις εμπειρίες, την όποια σοφία μπορεί να έχεις, δίνεις ό,τι καλύτερο έχεις στην ψυχή σου, για να το δεις έναν καλό, ευγενικό, χρήσιμο, ολοκληρωμένο άνθρωπο και ευτυχισμένο άνθρωπο. Αυτή του η ευτυχία είναι το μοναδικό σου μέλημα από την ώρα της σύλληψής του και η μοναδική ανταμοιβή σου.
Και φτάνει η ώρα του απολογισμού, του δικού σου απολογισμού, σαν άνθρωπος και σαν γονιός.
Ευλογημένοι εκείνοι οι γονείς που βλέπουν τα βλαστάρια τους γερά και δυνατά, μέσα από τον δικό τους αγώνα χρόνων, αλλά και των προσωπικών επιτυχιών των παιδιών τους, να προοδεύουν, να προχωρούν στην ζωή τους και να μην ξεχνούν αυτούς τους γονιούς, την μάνα και τον πατέρα, που ξενύχτισαν στο προσκεφάλι τους όταν πονούσαν κι αρρώσταιναν, που φρόντιζαν, πέρα από την ψυχολογική και ηθική υποστήριξη, και τον οικονομικό παράγοντα. Που προσπαθούσαν, με βάση το δικό τους οικονομικό υπόβαθρο, να τους παρέχουν τα εφόδια για την ζωή τους. Ευτυχισμένοι οι γονείς που δεν μπήκαν ποτέ στον πειρασμό ν’ αναρωτηθούν τι έκαναν λάθος, πού έφτιαξαν και τα παιδιά τους ή ένα από αυτά -όσα κι αν έχουν- κόβουν τις αλυσίδες, απαξιώνουν την ύπαρξη του σπέρματος και της μήτρας. Μακάριοι οι γονείς που μέρες σαν και τούτες που πλησιάζουν, ημέρες γιορτινές και απολογισμού -όπως είναι τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά, που πέρα από την θρησκευτική γιορτή, είναι η γιορτή της γέννησης και η αρχή ενός ακόμα χρόνου, μιας νέας περιόδου- έχουν πλάι τους, στην αγκαλιά τους, ακόμα-ακόμα και στην «ποδιά» τους, τα μεγαλωμένα, τα αντριωμένα και μεστά βλαστάρια τους, που για κείνους, βαθιά στην ψυχή τους, παραμένουν τα μωρά τους.
Και πόσο πονεμένοι και δυστυχείς είναι εκείνοι που τα δικά τους βλαστάρια τους έχουν απαξιώσει, που έχουν σβήσει μονοκοντυλιά τα όσα εισέπραξαν, που έχουν κατηγορήσει τα γονικά τους πως προσπάθησαν να ζήσουν μέσα από την ζωή των παιδιών τους, που τους αποκάλεσαν γονείς του Σαββατοκύριακου. Πόσο πονούν περισσότερο κάτι τέτοιες μέρες, μέρες που μαζεύεται όλη η οικογένεια γύρω από το γιορτινό τραπέζι με γέλια και χαρές, βάζοντας στην άκρη τα όποια προβλήματα.
Κι εσείς, όσοι διαβάζετε τούτες τις αράδες, ακόμα κι εσείς που δεν έχετε «δικά σας» παιδιά, ανοίξτε την ψυχή και την αγκαλιά σας σε όποιο παιδί βλέπετε μπροστά σας. Σκουπίστε του τα αίματα από το γόνατο που χτύπησε, σφουγγίστε του τα δάκρυα, πες τε του μια γλυκιά κουβέντα.
Και οι γονείς που βιώσατε με πόνο και σπαραγμό τον αποχωρισμό του παιδιού σας, που φεύγοντας πήρε κι ένα κομμάτι της ζωής σας, αγκαλιάζοντας με αγάπη τα άλλα παιδιά και τους συνανθρώπους σας, αγκαλιάζετε το μισεμένο.
Ελάτε ν’ αγκαλιάσουμε όλοι μαζί τα παιδιά των πολέμων, τα παιδιά που κινδυνεύουν από την ασιτία, εκείνα που «οι μεγάλοι» αποφάσισαν να μείνουν χωρίς γονείς, όπως τα παιδιά της Γάζας και της Συρίας, ακόμη και αυτά που οι γονείς τους μπορεί να είναι παρόντες-απόντες.
Ας ανοίξουμε διάπλατα την αγκαλιά μας σε όλα τα παιδιά του κόσμου, μπορούμε να βρούμε τρόπους και ποιος ξέρει, μπορεί αυτά να φτιάξουν έναν κόσμο καλύτερο, να ξεκινήσει μια νέα περίοδος με καλύτερες προοπτικές.
Γονείς, μακάριοι και πονεμένοι, γονείς που δεν νοιώσατε το σκίρτημα ενός εμβρύου ή που κόπηκε ένα μέρος της ζωής σας, μπορούμε όλοι να χαρίσουμε ένα χαμόγελο σ’ ένα παιδί, σ’ ένα παιδί που είναι το μέλλον τούτου του κόσμου, του οποίου εμείς οδεύουμε να γίνουμε παρελθόν.

Εύχομαι σε όλες και όλους, φίλες και φίλους, «φίλους και φίλες», καλές γιορτές, όπου κι αν πιστεύετε, και σας παροτρύνω, εμείς οι γηραιότεροι να είμαστε μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη. Μπορεί κάποιος πικραμένος και ειδικά ένα παιδί, να πάρει κουράγιο απ’ αυτό το χαμόγελο…

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

Λούλα Αραχνούλα
Ο μόνος τρόπος για να ξορκίσω το φόβο μου στην ύπαρξη αυτού του εντόμου, είναι να γράψω την ιστορία της Λούλας Αραχνούλας. Ίσως έτσι καταφέρουμε να υπομένει η μία την άλλη, αλλά δε νομίζω πως ποτέ μπορεί να γίνουμε και φιλενάδες.
Πάνε πολλά χρόνια που κάποια προγονή της, όταν ήμουν στην παιδική ηλικία, γύρω στα 7, με τσίμπησε στο χέρι, με αποτέλεσμα να ταλαιπωρηθώ πάρα πολύ και για πολύ καιρό. Από τότε, μόλις έβλεπα αράχνη, πάγωνα. Μέχρι που μια φορά λιποθύμησα, όταν άγγιξα μια πλαστική, που μου την είχαν βάλει στη σχολική μου τσάντα για να μου κάνουν αστείο…
Η Λούλα Αραχνούλα είναι μια μικρή κοπελίτσα, τόσο μικρή που καλά-καλά δεν τη βλέπεις. Την αντιλαμβάνεσαι από τον ιστό της. Από το περίτεχνο κατασκεύασμα, που η καλύτερη υφάντρα δεν μπορεί να πετύχει.
«Άκου να σου πω την ιστορία μου» μου ψιθύρισε ένα πρωί, εκεί στον κήπο που καθόμουν, ανάμεσα στα δέντρα. «Πρέπει να σου την πω, για να πάψεις να με φοβάσαι. Στα πολύ παλιά τα χρόνια, στην Αρχαία Ελλάδα, από κει κρατά και η δική μου σκούφια, η Αράχνη, κόρη ξακουστού βαφέα, του Ίδμονα, ήταν ονομαστή υφάντρα. Ακόμα και οι Νύμφες πήγαιναν για να θαυμάσουν τα έργα της και όλοι πίστευαν πως την τέχνη της την είχε μάθει από τη θεά Αθηνά, αλλά εκείνη αρνιόταν πεισματικά, κάτι που εξόργισε τη θεά και μάλιστα την προκάλεσε σε διαγωνισμό. Το υφαντό της προγονής μου ήταν πιο δύσκολο από αυτό της θεάς, η οποία θύμωσε και τη χτύπησε στο πρόσωπο. Η Αράχνη από την ντροπή της αποπειράθηκε να κρεμαστεί. Η θεά δεν την άφησε να πεθάνει, τη μεταμόρφωσε σ’ αυτό που είμαι σήμερα και την καταράστηκε να είναι πάντα κρεμασμένη, κάνοντας την παλιά της τέχνη.»
Την κοίταζα με δέος καθώς μου τα έλεγε όλα αυτά κι ένοιωθα πολύ άβολα, γιατί με λένε Αθηνά…
«Ναι, ναι, ξέρω. Νομίζεις ότι φταίει το όνομά σου που μας φοβάσαι τόσο. Μην ξεχνάς, δεν είμαστε όλες τόσο κακές, όπως εκείνη που σε τσίμπησε. Κι εκείνη, δεν το έκανε για να σου κάνει κακό, αλλά φοβήθηκε ότι θα τη σκότωνες και αμύνθηκε. Βλέπεις, εμείς δεν είμαστε σαν τους ανθρώπους. Εμείς δε σκοτώνουμε, δεν τσιμπάμε, έτσι, γιατί δεν έχουμε κάτι καλύτερο να κάνουμε. Όλα τα ζώα είμαστε έτσι. Τα ά-λογα ζώα. Πάρε από τα μεγαλύτερα θηρία της ζούγκλας, μέχρι τα μικρότερα έντομα. Εάν σκοτώσουμε, όπως εμείς που πιάνουμε στον ιστό μας τις μύγες, τις πεταλούδες και τα κουνούπια, είναι για να τραφούμε. Έχετε μια παροιμία εσείς οι άνθρωποι που λέει πως, το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό. Γιατί; Μα για να τραφεί. Έτσι και τα μεγάλα ζώα τρώνε τα μικρότερα και πάει λέγοντας. Όπως από μας τρέφονται τα πουλιά. Βλέπεις, σε μας υπάρχει μια λογική αλυσίδα. Εσύ φοβάσαι εμένα. Γιατί; Πότε σου μίλησα άσχημα; Πότε σε κακομεταχειρίστηκα; Πότε σε έβρισα και σε χτύπησα; Πότε σε πρόσβαλα; Πότε προσπάθησα να σε εκμεταλλευτώ; Σου πήρα ποτέ εγώ το φαγητό σου; Έφταιξα εγώ αν κρύωνες το χειμώνα; Έφερα, μήπως, εγώ τις αρρώστιες; Δημιούργησα εγώ την τεχνική πείνα; Σου δημιούργησα τους πολέμους, την ανεργία, την ασιτία; Μήπως εγώ και τα υπόλοιπα ζώα φταίμε για την οικολογική -όπως τη λέτε- καταστροφή; Γιατί εμείς την ονομάζουμε σπάσιμο της αλυσίδας. Για όλα τα δεινά που έχουν βρει εσάς τους ανθρώπους, και κατ’ επέκταση κι εμάς στο ζωικό, αλλά και το φυτικό βασίλειο, φέρουμε καμία ευθύνη;»
Όσο έλεγε όλα αυτά, είχε γουρλώσει τα μάτια της και με κοίταζε. Είχα μείνει άφωνη. Δεν ήξερα τι να της απαντήσω. Σταμάτησε για λίγο, γιατί κάπου στον ιστό της μπερδεύτηκαν τα φτερά μιας πεταλούδας.
«Άσ’ την για μετά. Και θα σου πω κάτι ακόμα. Ας μην πάμε στους πολέμους που σκοτώνεστε μεταξύ σας οι άνθρωποι. Ας μην πάμε στις αρρώστιες που μόνοι σας δημιουργείτε, για να λιγοστέψετε, χωρίς να καταλαβαίνω το λόγο. Θα σου πω αυτό που συμβαίνει στη γειτονιά σου. Δεν κάνω κουτσομπολιό. Δίπλα σου δε μένει μια οικογένεια; Κι εσύ το ξέρεις πως έχουν προβλήματα. Σκοτώνονται, όχι με μαχαίρια και πιστόλια, αλλά με χαρτιά, για περιουσίες. Για τα σπίτια και τα χωράφια που τους άφησαν οι γονείς τους, μετά από χρόνων αγώνες και δουλειά. Λες και τους τα χρωστούσαν. Αδέλφια δε μιλιούνται και προσπαθούν να εξοντώσει ο ένας τον άλλο. Δε μου λες, αλήθεια; Όταν εσείς οι άνθρωποι παύετε να υπάρχετε, φεύγετε από τούτο τον μάταιο κόσμο, όπως λέτε, πεθαίνετε, βρε αδερφέ, παίρνετε μαζί σας και τα υπάρχοντά σας; Κουβαλάτε τα σπίτια, τα χωράφια, τα αυτοκίνητα, τα χρυσαφικά μαζί σας; Γιατί, συγγνώμη κιόλας, αλλά εμείς οι αράχνες, σε κάτι τέτοια εγκαταλελειμμένα σπίτια στήνουμε το σπιτικό μας. Έχεις δει τι όμορφα κεντίδια φτιάχνουμε πάνω και γύρω από έπιπλα, ασημικά, κάδρα και γωνίες; Ούτε η καλύτερη κεντίστρα σας δεν μπορεί, όχι να μας παραβγεί, αλλά ούτε και να μας αντιγράψει. Μένουν ακατοίκητα και τα παιδιά και τα εγγόνια τους τα εγκαταλείπουν, αφού κρατάνε για χρόνια αυτές οι διαμάχες. Για πες μου, λοιπόν, τώρα. Ποιος πρέπει να φοβάται ποιον. Εσύ εμένα, εμάς ή εμείς εσάς; Για να σου πω ακόμα μια πιο προχωρημένη σκέψη. Μήπως θα πρέπει να φοβάσαι περισσότερο τους ανθρώπους γύρω σου; Πίστεψέ με, αρκετοί, δυστυχώς, από αυτούς είναι πολύ βλαβεροί και πολύ πιο επικίνδυνοι. Μπορούν να σου δημιουργήσουν χειρότερες πληγές από κείνες που σου είχε δημιουργήσει το τσίμπημα εκείνης της αράχνης. Και το βλέπεις καθημερινά σ’ αυτό που λέτε τηλεόραση και στο άλλο, εκείνο με τη μικρή οθόνη, που γράφετε και διαβάζετε κιόλας. Αρκετά είπαμε, όμως, και νύχτωσε. Πρέπει να πας κι εσύ μέσα και να ξεκουραστώ κι εγώ λιγάκι. Μόνο ένα πράγμα, πριν καληνυχτιστούμε: Σκέψου λίγο όλα αυτά που σου είπα κι εύχομαι αύριο το πρωί που θα βγεις στην αυλή να πιείς τον καφέ σου, να μη με ψάχνεις με τρόμο, αλλά να μου πεις μια γλυκιά καλημέρα και σε μένα, όπως κάνεις με τα πουλιά…»

_
γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

Μου έκαναν την τιμή ο Κώστας Θερμογιάννης, ο Δήμος Χλωπτσιούδης και το τοβιβλίο.net να το δημοσιεύσουν -όπως και τα περισσότερα "κείμενά" μου- και αγαπητοί φίλοι να το σχολιάσουν, και τους ευχαριστώ όλους. 

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

Το πρώτο τίκι-τακ
Βρισκόμαστε στη δεκαετία του 60. Σ’ ένα μικτό εκπαιδευτικό συγκρότημα με Δημοτικό Σχολείο, εξατάξιο Γυμνάσιο, αλλά και οικοτροφείο, που φιλοξενούσε παιδιά των οποίων οι γονείς ή ήταν πολυάσχολοι ή έμεναν σε άλλη πόλη. Είναι η πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς και έχουν έρθει καινούρια παιδιά. Άλλα είναι φοβισμένα, άλλα δείχνουν πως δε νοιάζονται, ενώ οι παλαιότεροι προσπαθούν οι μεν μεγαλύτεροι να προστατέψουν τους μικρότερους και οι άλλοι που «πρέπει» να διατηρήσουν την υπεροχή τους στην κοινότητα αυτή.
Εκείνη – παλιά καραβάνα, μια και βρίσκεται εκεί τα δύο τελευταία χρόνια και απολαμβάνει την ιδιαίτερη φροντίδα των μεγαλυτέρων – κι εκείνος άρτι αφιχθείς για να μαθητεύσει στο Γυμνάσιο. Εκείνη στην ΣΤ’ του Δημοτικού, ένα ατίθασο πλάσμα, που παίζει περισσότερο με τα αγόρια, από βώλους μέχρι κλέφτες κι αστυνόμους και καμιά φορά μπλέκεται και σε καβγάδες για να υπερασπιστεί κάποιον αδύναμο. Δε φοβάται να χτυπηθεί ακόμα και με τις μικρές γροθιές της. Εκείνος, ένα όμορφο παλικαράκι, καστανόξανθο με γαλανά μάτια και με έκφραση με ολίγη από αυθάδεια, γνωρίζοντας πόσο αρέσει στα κορίτσια.
«Μαργαρίτα, ο Απόλλωνας σου ζητάει να τα φτιάξετε» της είπε μια φίλη της που πήγαινε κι εκείνη στην Α’ Γυμνασίου, μια μέρα στα τέλη του Οκτώβρη.
«Τι να φτιάξουμε;» απόρησε εκείνη, φτύνοντας την παλάμη της για να καθαρίσει τα αίματα από το γόνατό της, που μόλις είχε χτυπήσει στο σκάμμα.
«Δεν καταλαβαίνεις;» την κοίταξε με νόημα και της έδειξε τον υποψήφιο με νεύμα.
«Τι να καταλάβω; Αφού δεν κάνουμε παρέα και δε χαλάσαμε τίποτα. Τι να φτιάξουμε;» απορροφημένη η Μαργαρίτα στο άλμα που πηδούσε η Σπυριδούλα, η καλύτερη αθλήτρια του σχολείου.
«Βρε βλάκα, θέλει να γίνεις το κορίτσι του…»
«Χα, χα, χα!!! Τι να γίνω; Το κορίτσι του; Και γιατί να γίνω το δικό του; Φύγε τώρα, φύγε, ήρθε η σειρά μου να πηδήξω» είπε και τινάζοντας πίσω τα μαλλιά της που ήταν πιασμένα σε αλογοουρά, στάθηκε, έκλεισε τα μάτια, πήρε βαθειά ανάσα, πήρε φόρα και άρχισε να τρέχει…
Το άλμα της ήταν πολύ καλό. Είχε περάσει τη Σπυριδούλα πέντε ολόκληρους πόντους τούτη τη φορά! Τη Σπυριδούλα που ήταν και μεγαλύτερή της δύο χρόνια και που σε αυτή τους την αναμέτρηση – υπήρχαν και άλλες σε άλλα αγωνίσματα – είχαν μαζευτεί όλη, σχεδόν, η κοινότητα του συγκροτήματος και χειροκροτούσαν. Τα δύο κορίτσια αγκαλιάστηκαν και όταν ο γυμναστής τους είπε να ξεκουραστούν και να πάνε στα πολύζυγα, κοιτάχτηκαν πονηρά και χαρούμενα. Εκεί και οι δύο μεγαλουργούσαν, αλλά περισσότερο η μεγαλύτερη που είχε ένα λαστιχένιο σώμα. Ακόμα και τα δάχτυλα των χεριών της, σαν να μην είχαν κοκάλα, σαν να ήταν από πλαστελίνη. Σε αυτό υστερούσε η Μαργαρίτα, αλλά έκανε ό,τι μπορούσε να αντιγράφει τις ασκήσεις - εκτελέσεις της Σπυριδούλας. Πάλι χειροκροτήματα, επευφημίες, καραμέλες που τους μοίρασε ο γυμναστής για επιβράβευση, καθώς οι δύο «αθλήτριες» αγκαλιασμένες πήγαιναν τώρα η καθεμιά με τις φιλενάδες της…
Το βράδυ, λίγο πριν πάνε για ύπνο, η Δέσποινα – η «προξενήτρα» - ρώτησε πάλι τη Μαργαρίτα, τι να απαντήσει στον Απόλλωνα.
«Άσε με τώρα, νυστάζω. Αύριο θα τα πούμε» και γύρισε από την άλλη, πήρε το μαξιλάρι της αγκαλιά κι αποκοιμήθηκε.
Την άλλη μέρα το πρωί, πριν μπουν στις τάξεις τους, η Δέσποινα ξαναρώτησε τη Μαργαρίτα, αφού της είπε πως πολλά κορίτσια θα την ζήλευαν, μια και ο Απόλλωνας διάλεξε εκείνη. Σαν να περίμενε ν’ ακούσει αυτή την «πρόκληση», γύρισε και της είπε το «Ναι».
Από κείνη την ώρα κάτι άλλαξε σε αυτό το ατίθασο πλάσμα. Στα διαλείμματα, που μαζεύονταν όλα τα παιδιά στον τεράστιο αυλόγυρο του συγκροτήματος, έψαχνε το βλέμμα του, όπως κι εκείνος το δικό της. Σαν συναντιόνταν οι ματιές τους, ένοιωθε να καίγονται τα μάγουλά της, ντρεπόταν γι’ αυτό το πρωτόγνωρο που ένοιωθε. Άρχισε να προσέχει περισσότερο την εμφάνισή της. Αντί να φορά το καρό παντελόνι της με τη λουλουδάτη μπλούζα, φρόντιζε να φορά μια μονόχρωμη, για να είναι πιο «θηλυκό». Και στα παιχνίδια της με τα αγόρια, τώρα πια, προσπαθούσε να μη μαλώνει και να μην πιάνεται στα χέρια μαζί τους.
«Πάρε…» της είπε κρυφά η Δέσποινα μετά από δυο μέρες και της έχωσε στο χέρι ένα χαρτί από τετράδιο, χιλιοδιπλωμένο.
«Τι είναι αυτό;»
«Από τον Απόλλωνα για σένα. Μόνο πρόσεξε μη σου το πιάσει κανένας δάσκαλος» της είπε συνωμοτικά.
Η Μαργαρίτα, δίχως να χάσει καιρό, έτρεξε στις τουαλέτες, άνοιξε το χαρτί και διάβασε «Σ’ αγαπώ». Πεταλούδες και λαμπάκια έβλεπαν τα μάτια της. Η καρδιά της νόμιζε πως θα ξεφύγει από το στέρνο της, όταν άκουσε το κουδούνι που καλούσε να παιδιά να μπουν στις τάξεις τους. Τσαλάκωσε το χαρτί κι από το φόβο της, το έβαλε στο στόμα και άρχισε να το μασά…
Το μεσημέρι, την ώρα του φαγητού, τη ρώτησε η Δέσποινα αν είχε να της δώσει κάτι για τον Απόλλωνα.
«Τι να του δώσω, δηλαδή;»
«Δε θα του απαντήσεις σε αυτό που σου έστειλε; Αλήθεια, τι σου έγραφε;»
«Πως με αγαπάει!!!» είπε μ’ ένα φωτεινό χαμόγελο.
«Ωραία! Κι εσύ; Δε θα του απαντήσεις; Δε θα του πεις ότι τον αγαπάς κι εσύ;»
«Θα το σκεφτώ…»
Πέρασαν μέρες. Δεν ήξερε τι να κάνει. Δεν ήξερε τι ήταν αυτό που ένοιωθε. Έτσι είναι η αγάπη; Αυτό που βλέπουν στις ταινίες, όταν αγαπιούνται οι μεγάλοι, έτσι νοιώθουν; Όπως εκείνη όταν την κοιτάζει; Αν είναι έτσι, άρα κι εκείνη τον αγαπάει!!!
Κι έτσι άρχισαν να πηγαινοέρχονται τα ραβασάκια. Πότε της έγραφε πόσο όμορφη ήταν, άλλοτε την επιβράβευε για τις επιδόσεις της στη γυμναστική, μια άλλη φορά πως χάρηκε που κέρδισε στους βόλους ένα συμμαθητή της… Κι εκείνη του απαντούσε πως άκουγε τα κορίτσια να μιλάνε για 'κείνον με τα πιο κολακευτικά λόγια, πως άρεσε σε πολλές, μα εκείνη ήταν χαρούμενη και τυχερή, αφού εκείνος ήθελε εκείνη ανάμεσα σε τόσα και τόσο όμορφα κορίτσια…
Και το Πάσχα, μετά την Ανάσταση, εκεί, στο προαύλιο της εκκλησίας που ήταν μαζεμένα όλα τα παιδιά και ανταλλάσσανε φιλιά μαζί και με τους δασκάλους ή και τους συγγενείς τους, εκείνος έσκυψε και τη φίλησε στο μάγουλο! Η Μαργαρίτα δεν πρόλαβε ν’ ανταποδώσει. Είχε μείνει ακίνητη κι ένοιωθε το μάγουλό της να βγάζει φωτιές… Έτσι αποχαιρετίστηκαν για τις διακοπές και όταν άνοιξαν πάλι τα σχολεία, εκείνος της έστειλε πάλι ένα ραβασάκι, στο οποίο της έλεγε πόσο του είχε λείψει αυτές τις μέρες…
Πέρασε η χρονιά χωρίς να το καταλάβουν κι ο καθένας, όπως και όλα τα παιδιά, έφυγαν για τις καλοκαιρινές διακοπές τους. Η Μαργαρίτα ονειρευόταν την ημέρα που θα άνοιγαν τα σχολεία και θα έβλεπε ξανά τον Απόλλωνα. Θα του έλεγε, δι’ «αλληλογραφίας» πάντα, πόσο τον σκεφτόταν όλον αυτό τον καιρό και πόσο χαρούμενη ήταν που θα πήγαινε κι εκείνη στο γυμνάσιο και θα είχαν να μοιραστούν πολλά, όσο αφορά και στα μαθήματα και τους καθηγητές. Άρχισε να προσέχει περισσότερο την εμφάνισή της, ζήτησε από τη μητέρα της να της πάρει όμορφα ρούχα και παπούτσια, κορδέλες για τα μαλλιά, καινούρια τσάντα. Ήθελε όλα πάνω της να είναι τέλεια. Ήθελε να γίνει όμορφη, να αρέσει ακόμη περισσότερο στον Απόλλωνα.
Και η μέρα της έναρξης της σχολικής χρονιάς έφτασε. Η Μαργαρίτα από τις πρώτες βρέθηκε στο οικοτροφείο και περίμενε πότε θα έρθουν τα παιδιά από τις άλλες πόλεις. Και ήρθαν. Και ήρθε και ο Απόλλωνας. Και περίμενε η Μαργαρίτα τη ματιά του, αλλά εκείνος δεν είχε πια μάτια για κείνη, αλλά για κάποια άλλη, που ήταν από την ίδια πόλη. Για μέρες δεν ήθελε ούτε σχολείο να πάει, μήτε στην τραπεζαρία να κατέβει, όπου τρώγαν όλοι μαζί. Και δεν έφτανε η απόρριψη του Απόλλωνα, αλλά κι η Δέσποινα δεν έκανε πια παρέα μαζί της.
Της πήρε ένα μήνα για να πάρει την απόφαση πως έπρεπε να σταματήσει να ασχολείται πια μαζί του και να συνεχίσει το σχολείο και όλα όσα έκανε μέχρι την ημέρα που ο Απόλλωνας της ζήτησε να γίνει το κορίτσι του. Άρχισε να γίνεται πιο επιμελής και ιδιαίτερα στα μαθηματικά που τη βοηθούσαν στη λογική, και στα αγωνίσματα έδινε όλη της τη ζωή, όλη της τη ζωντάνια. Ο ανταγωνισμός με τη Σπυριδούλα συνεχιζόταν, αλλά πάντοτε πιάνονταν, άσχετα με το αποτέλεσμα, αγκαλιά και συνεννοούνταν ποια θα ήταν η επόμενη αναμέτρησή τους!
Τα χρόνια πέρασαν. Υπήρξαν και άλλα αγόρια που θέλησαν να είναι η Μαργαρίτα το κορίτσι τους, μα εκείνη, κρυφά μεν, δεν είχε μάτια για άλλον. Και όταν αποφοίτησε η Απόλλωνας από το εξατάξιο Γυμνάσιο κι έφυγε για να σπουδάσει, τότε εκείνη «απελευθερώθηκε», είχε μεγαλώσει κιόλας και είχε γίνει μια συμπαθητική κοπέλα, και δημιούργησε δεσμό μ’ ένα συμμαθητή της. Και αυτή η «ιστορία» έληξε «άδοξα», αφού γι’ αλλού ξεκίνησε εκείνος και γι’ αλλού η Μαργαρίτα.
Θα είχαν περάσει δέκα χρόνια περίπου, από την ημέρα που είχε γίνει η Μαργαρίτα το κορίτσι του Απόλλωνα, όταν συναντήθηκαν τυχαία σε μία συγκέντρωση του σχολείου τους. Εκείνη εργαζόταν σε μια μεγάλη εταιρία κι εκείνος, πέραν του ότι είχε τελειώσει τις σπουδές του – ηλεκτρολόγος-μηχανολόγος – είχε δική του επιχείρηση και είχε κάνει κι ένα καλό γάμο. Όλοι, τα τότε παιδιά, ήταν πολύ συγκινημένοι από τούτη τη συνάντηση και περισσότερο όσοι είχαν κάποιους εφηβικούς «δεσμούς». Υπήρξαν και ζευγάρια που ξεκίνησαν από τα «μικράτα» τους και τώρα ήταν παντρεμένοι κι ευτυχισμένοι.
«Θα κανονίσουμε να ξαναβρεθούμε;» ρώτησε ο Απόλλων τη Μαργαρίτα την ώρα που τη χαιρετούσε γιατί έπρεπε να φύγει.
«Ναι. Γιατί όχι…»
«Σύμφωνοι. Θα σε πάρω αύριο τηλέφωνο, για να συνεννοηθούμε…»
Πράγματι, την άλλη μέρα, μετά το σχόλασμά της, την περίμενε ο Απόλλωνας έξω από το γραφείο της για να πάνε για φαγητό. Κατευθύνθηκαν παραθαλάσσια, ανέλαβε εκείνος να μαντέψει τι θα της άρεσε, έφαγαν, ήπιαν, θυμήθηκαν το σχολείο τους, συμμαθητές και φίλους…
«Ξέρεις πώς σε αποκαλώ όλα αυτά τα χρόνια;» του είπε γελώντας, όταν είδε την απορία στα μάτια του, καθώς έπιναν τον καφέ τους δίπλα στο κύμα. «Το πρώτο τίκι τακ της καρδιάς μου!!!»
«Ξέρεις τι με εκπλήσσει σε σένα;» την κοίταξε κατάματα και της έπιασε τα δυο της χέρια στα δικά του. «Δεν έχεις αλλάξει καθόλου. Σαν χαρακτήρας εννοώ. Μιλάς καθαρά και σταράτα, χωρίς να σε νοιάζει και πολύ τι θα σκεφτεί ο άλλος.»
«Χαίρομαι. Προσπάθησα να διατηρήσω και να καλυτερέψω τον χαρακτήρα μου χωρίς να κάνω εκπτώσεις. Μπορεί να νομίζουν κάποιοι ότι είναι σε βάρος μου, εγώ νοιώθω, όμως, καλά με τον εαυτό μου κι αυτό μετράει περισσότερο απ’ όλα!»
Κι εκεί που κουβέντιαζαν για διάφορα και ο ήλιος είχε πάρει το δρόμο του για τη δύση, σκύβει στο αυτί της και της ψιθυρίζει:
«Και τώρα πού θέλεις να πάμε; Σε ξενοδοχείο ή στο σπίτι σου;»
Η Μαργαρίτα τον κοιτάζει σαστισμένη. Χθες ακόμα έμαθε πως ήταν παντρεμένος, από το μεσημέρι που είναι μαζί δεν αναφέρθηκε διόλου στο γάμο του και όταν εκείνη, βλέποντας πως οι ώρες περνούσαν –ευχάριστα μεν- τον ρώτησε μήπως δημιουργηθεί πρόβλημα στο σπίτι του, εννοώντας τη γυναίκα του, εκείνος της απάντησε πως δεν υπάρχει κανένα τέτοιο θέμα. Και τώρα; Τι κουβέντα ήταν αυτή που ξεστόμισε; Ποιος του έδωσε το δικαίωμα να την προσβάλει με αυτό τον τρόπο; Τι έπρεπε να κάνει;
«Άκου να σου πω και να σου ξεκαθαρίσω κάτι μια και για πάντα, Απόλλωνα. Το ότι είσαι το πρώτο τίκι τακ της καρδιάς μου, δε σημαίνει ότι είσαι και το τελευταίο. Μπορεί αυτή την περίοδο, όπως σου είπα, να μην έχω κάποια σχέση, αυτό, όμως, δε σημαίνει πως θα γίνω το τρίτο πρόσωπο! Γνωρίζοντας, λοιπόν, το χαρακτήρα μου, όπως είπαμε και πριν, δε θα έπρεπε ούτε καν να σκεφτείς να με προσβάλλεις με αυτό τον τρόπο. Τελικά, λυπάμαι που ξανασυναντηθήκαμε, λυπάμαι που δέχτηκα να περάσουμε όλες αυτές τις ώρες μαζί. Νόμιζα πως σου άρεσε η συντροφιά μου, που θυμηθήκαμε τα χρόνια τα παιδικά και της εφηβείας, αλλά εσύ από την αρχή, φαίνεται, πως είχες αλλού το νου σου…»
Σηκώθηκε, έβγαλε από την τσάντα της κάποια χρήματα, τα ακούμπησε στο τραπέζι και φεύγοντας του είπε:
«Αυτά είναι για να μην πεις ότι με τάισες και με πότισες. Αντίο, Απόλλωνα.» και έφυγε.
Ο Απόλλων έμεινε για ώρα στη θέση του, χωρίς να μπορέσει ν’ αρθρώσει λέξη και να καταλάβει τι του συνέβαινε. Πρώτη φορά στη ζωή του, γιατί είχε κατά καιρούς «εξωσυζυγικές κι επιπόλαιες» σχέσεις, του φέρθηκαν με αυτό τον τρόπο. Πώς μπόρεσε, αλήθεια, να σκεφτεί και να ξεστομίσει αυτή την κουβέντα στη Μαργαρίτα; Ήταν τυχερός που δεν του πέταξε ότι υπήρχε πάνω στο τραπέζι, να τον κάνει και ρεζίλι. Η αλήθεια είναι πως ήταν το απωθημένο του αυτό ο «κορίτσι» και με τη συμπεριφορά της αυτή θα εξακολουθούσε να είναι…

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014

Η φωτογραφία είναι κλεμμένη από έναν μοναδικό Άνθρωπο και Καλλιτέχνη, τη Γιούλα Ροζάκου, Φίλη σημαντική για μένα!!!

ΘΥΜΟΣ

Είμαι θυμωμένη. Πολύ θυμωμένη, θα έλεγα.
Ο λόγος;
Δεν είναι ένας. Είναι πολλοί. Και ξεκίνησε το ξεχύλισμα του δικού μου ποτηριού από τη σφαγή στη Γάζα. Και το έχουμε ξεχάσει… Δεν είναι τραγικό; Ναι, το έχουμε ξεχάσει. Τώρα ασχολούμαστε με τους Τζαχαντιστές που αποκεφαλίζουν μπροστά στην κάμερα. Να θυμηθούμε τι κάναμε κι εμείς στον Εμφύλιο; Πόσα κεφάλια κομμουνιστών -και όχι μόνο- φωτογραφίζονται μπροστά στους δήμιούς τους, με το χαμόγελο της επιτυχίας; Τότε δεν υπήρχε τηλεόραση. Υπήρχαν, όμως, οι φωτογραφικές μηχανές που απαθανατίζανε τις «επιτυχίες» τους και δε λένε ψέματα… Υπάρχουν και οι μαρτυρίες.
Κάτι άλλο, με το οποίο ασχολούνται τα δημοσιογραφάκια κι εμείς τα χαϊβάνια σπεύδουμε να «δούμε», είναι αυτό το: «Δείτε πώς έγινε…» ο Τάδε, «Δείτε πώς είναι σήμερα…» η Δείνα. Αλήθεια, αυτοί που προσπαθούν να μειώσουν, αυτό νομίζουν πως κάνουν, αυτά τα άτομα, γιατί πέρασε ο χρόνος από πάνω τους, έχουν δει τις δικές τους φωτογραφίες πώς ήταν πριν μία δεκαετία και πριν αρχίσουν να αρέσκονται στην έκχυση δηλητηρίου σε και για καθένα και καθετί;
Θυμώνω. Θυμώνω για το θάνατο -για να μην πω δολοφονία- των οπλιτών μας και την υποτιθέμενη ευαισθησία του ανύπαρκτου κράτους.
Θυμώνω με τη νέα σφαγή που «απολαμβάνουμε» από τις τηλεοράσεις μας, που τούτη τη φορά διαδραματίζεται στη Συρία.
Θυμώνω με όσους βρίζουν την Ελλάδα. Θυμώνω με αυτούς που έβαλαν το χεράκι τους -την ψήφο τους τόσων χρόνων- για να φτάσει η χώρα στη σημερινή κατάντια. Και έχουν και το θράσος να υπερθεματίζουν ΜΟΝΟ τα καλά που βλέπουν στις άλλες χώρες, ενώ, μερικοί απ’ αυτούς, ζουν ως μετανάστες σ’ αυτές, ό,τι ακριβώς επιδιώκανε οι «μεγάλοι» του πλανήτη. Με θυμώνουν όταν κάθονται και κρίνουν και κατακρίνουν τους Έλληνες εκ του ασφαλούς. Όταν, εξ απαλών ονύχων και με ύφος σαράντα καρδιναλίων, βρίζουν τους πολιτικούς της Ελλάδας, τις παρατάξεις που ψήφιζαν δηλαδή και έχοντας ήσυχη τη «συνείδησή» τους, αφού πια δεν ψηφίζουν. Όταν έχουν μεταναστεύσει σε χώρες εχθρικές προς την Ελλάδα και υποστηρίζουν, οικονομικά εννοείται και όχι μόνο, τα κράτη-μέλη που πολεμάνε τη χώρα τούτη. Υποστηρίζουν τις αγορές τους χωρίς ντροπή και μετά αναρωτιόνται γιατί τα παιδιά τους -και τα δικά τους, χαλάλι τους- γιατί τα δικά μας παιδιά υποχρεώνονται να μεταναστεύσουν κι εκείνα. Με θυμώνουν όλοι αυτοί οι επισφαλείς και σκεπτόμενοι -υποτίθεται- άνθρωποι και επονομαζόμενοι Έλληνες.
Ειλικρινά, σε τι διαφέρουν όλοι αυτοί από τους «απλούς» Γερμανούς που βρίζουν και φωνάζουν, γιατί αυτό τους έχουν πει οι ηγέτες τους, πως εκείνοι επωμίζονται να πληρώσουν τα χρέη και τα λάθη μας; Οι περισσότεροι από δαύτους έχουν το θράσος να εισπράττουν, από τη χώρα που απαξιώνουν και βρίζουν, σύνταξη. Μπορεί να μην είναι κάποιο ευκαταφρόνητο ποσό, αλλά δεν παύει να βγαίνει από τον δημόσιο κορβανά.
Ας αφήσω «αυτούς» κι ας πιάσω όσους βρίσκονται «ακόμα» εδώ. Αυτούς που, με τη δικαιολογία της φυγής των παιδιών τους, σκέφτονται να τα ακολουθήσουν για να ζήσουν καλύτερα. Και θα μου πει κάποιος εύλογα:
«Και είναι κακό να θέλεις μια καλύτερη ζωή;»
Εξαρτάται πώς εννοεί ο καθένας «το καλύτερο». Αν καλύτερη ζωή είναι να σηκώνεσαι αχάραγα ακόμα, ειδικά τους χειμερινούς μήνες με 2 μέτρα χιόνι, να διανύσεις μια σημαντική απόσταση για να πας στη δουλειά σου (τους νέους εννοώ και ρωτάω συγχρόνως τι δουλειά θα είναι αυτή), να σχολάς στις 6 το απόγεμα -σκοτεινά πια- και να θέλεις 2 ώρες περίπου για να φτάσεις σπίτι σου, να μαγειρέψεις, να φας, να πας για ύπνο, για να μπορέσεις να το επαναλαμβάνεις σε καθημερινή βάση και άντε, να έχεις και μια μέρα να ξεκουραστείς, στα σπίτια εκείνα που τα πάντα είναι κονσερβοποιημένα, τότε, συγγνώμη, αλλά ΔΕ θα πάρω.
Αυτός ο ιερός τόπος που λέγεται Ελλάδα, ακόμα και στο βαρύ χειμώνα σε αποζημιώνει με τον πανέμορφο κι ελπιδοφόρο ήλιο του, αφού σου χαϊδεύει τα μάγουλα σαν τη μάνα που καμαρώνει το βλαστάρι της, με την άρνηση του Έλληνα να μπει σ’ αυτό τον τρόπο ζωής που προσπαθούν να τον μαντρώσουν, και ΝΑΙ, με τις καφετέριες γεμάτες παιδιά, γεμάτες γέλια, πειράγματα και φωνές. Παιδιά που έκαναν κοπάνα από το σχολείο, φοιτητές που έχουν χρόνο για ένα και δύο και τρία καφεδάκια και ολίγο από τάβλι, παιδιά που -ανκαι ακολουθούν την ηλεκτρονική τεχνολογία- εξακολουθούν πεισματικά να κάνουν ΠΑΡΕΑ, να πιάνονται, να αγγίζονται, ακόμη και να μαλώνουν. Παιδιά και νέοι που προσπαθούν να αντιταχθούν και σε αυτούς, που με θυμώνουν επίσης, που έχουν επιτρέψει να φτάσει στο τελευταίο -μπορεί όχι ακόμα;- σκαλοπάτι η Παιδεία μας, γιατί οι ηγέτες του πλανήτη χρειάζονται εργάτες-ρομποτάκια και όχι μυαλά.
Χαίρομαι, όμως. Χαίρομαι που είμαι Ελληνίδα και που ζω σ’ αυτό τον ευλογημένο τόπο, στην Ελλάδα και που νοιώθω την ανάγκη να παραθέσω, έτσι για να θυμηθούμε ή και να μάθουμε την ετυμολογία αυτών των λέξεων-εννοιών.
«…Η ετυμολογία της λέξεως Έλλην προκαλεί μέχρι σήμερα συζητήσεις. Η επικρατέστερη άποψη είναι ότι προέρχεται από τους Σελλούς (< θ. σελ- = φωτίζω)… Άλλες απόψεις σχετίζουν το όνομα Έλλην με το θέμα ελλ- που σημαίνει ορεινός ή με τη λέξη ἔλλοψ που σημαίνει άφωνος, άφθογγος…» (Βικιπαίδεια»
«…Έλ λην και Ελ λας. Όπου Έλ είναι ο θεός Ήλιος και λας είναι η πέτρα (εξ ου και λατομείο) άρα Ελ –λας σημαίνει «η πέτρα των θεών» ή «ο θρόνος των θεών» ή Ελλάς είναι «ο γήινος τόπος που είναι κατοικία των θεών», και όχι μόν… Ελλάς μπορεί να είναι και «το υλικό σώμα εντός του οποίου κατοικεί το Φως…   
Συνοπτικά, η λέξη «Έλλην», σημαίνει «αυτός που (μπορεί και) βλέπει τον θεό». Αυτός δηλαδή του οποίου η υψηλή κραδασμική συχνότητα είναι ίδια μ’ εκείνη του Φωτός…(Παντολέων Φλωρόπουλος)»
Στην Ελλάδα που μου «φώλιασαν» οι Δάσκαλοι, που έρχονταν στην υπέροχη χώρα που ήταν μετανάστες οι γονείς μου και που γεννήθηκα και μεγάλωσα κι εγώ. Χαίρομαι τον ήλιο της Ελλάδας, αυτόν που ζηλεύουν όλοι οι λαοί, τις θάλασσες και τα νησιά της, τα βουνά και τις χαράδρες της. Χαίρομαι που ακόμα μπορώ να κυκλοφορώ στο δρόμο, χωρίς να κρύβω τα λεφτά στα παπούτσια και τις κάλτσες μου. Χαίρομαι που δεν είμαι ένα ακόμα καλοκουρδισμένο και προγραμματισμένο ρομπότ. Χαίρομαι όταν ακούω τις φωνές των παιδιών στο σχολείο, όταν περνούν σε παρέες έξω απ’ το σπίτι μου γελώντας, στο δρόμο και στις πλατείες.
Και θυμώνω πάλι, θυμώνω με τους γονείς που φορτώνουν τα παιδιά τους με «εξωσχολικές» ασχολίες. Βρε ανόητοι, θυμηθείτε τους εαυτούς σας σ’ αυτή την ηλικία. Θυμηθείτε πόσο θέλατε να παίξετε.
(Να 6 ώρες το σχολείο, να τα φροντιστήρια για τις ξένες γλώσσες, άντε κι έναν αθλητισμό στη μέση. Τρέχουν τα παιδιά να προλάβουν, τρέχουν κι οι γονείς να τα πάνε και να τα φέρουν. Και στο τέλος της μέρας αποκαμωμένοι, κάποιοι μπροστά στην τηλεόραση -οι μεγάλοι- και τα παιδιά μπρος στον υπολογιστή, που τις περισσότερες φορές τον χρησιμοποιούν για να επικοινωνήσουν.)
Εμπρός, λοιπόν, ας αφήσουμε στους άλλους την έλλειψη επικοινωνίας και το αμόκ της τεχνολογίας κι ας παραμείνουμε οι Αναρχικοί, αυτοί που αρνούνται να μπουν στο καλούπι. Ας θυμηθούμε τι μας δίδαξαν οι αρχαίοι, αλλά και οι νεότεροι προγονοί μας. Ας πετάξουμε στον Καιάδα τα λάθη τους κι ας κρατήσουμε τα θετικά τους, ακόμη κι εκείνα των γονιών μας. Ας αποδείξουμε στα παιδιά μας ότι είμαστε αντάξιοί τους. Ας τους δώσουμε αυτό που ΕΜΕΙΣ, με την ψήφο και το βόλεμά μας τόσων χρόνων, τους στερήσαμε. Ας ξεσηκωθούμε ΕΜΕΙΣ, για ν’ ανέβουμε και στα μάτια των παιδιών μας, βρε αδερφέ!!!
Κάποιος μου είπε πως οι επαναστάσεις, παγκόσμια, ξεκινάν από τους νεολαίους. Μα ο Κολοκοτρώνης κι ο Νικηταράς δεν ήταν νεολαίοι. Εκείνοι που έσπειραν κι εδραίωσαν την Αντίσταση στην Κατοχή, δεν ήταν νεολαίοι.
Αυτά είχα να σας πω για την ώρα κι εύχομαι να βρω κάποιους «τρελούς» και «ονειροπόλους», να μπορέσουμε να συμβαδίσουμε, για να βάλουμε κι εμείς έναν κόκκο της άμμου σ’ αυτό που φωνάζαμε παιδιά, όταν παίζαμε κρυφτό:
«Φτου, ξελευτερίααααααααα!!!!!»

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

Υπάρχει και Φιλότιμο
παράσταση του 2013

Υπάρχει και η άλλη Ελλάδα!!!
Πριν από μέρες σας είχα προσκαλέσει από εδώ να δούμε την παράσταση των παιδιών της ΣΤ' τάξης, του 85ου Δημοτικού Σχολείου Βοτανικού, που ανεβηκε με τη βοήθεια της φίλης μας Αθηνάς Athina Maravegia. Όσα λόγια και να πω, δεν θα μπορέσω να εκφράσω τον ενθουσιασμό μου για την απόδοση των παιδιών αυτών. Ταλέντα πραγματικά!!!!
Με τα θερμά συγχαρητήρια μου και από εδώ στα παιδιά και στην αγαπημένη μου και πολυτάλαντη (είναι και συγγραφέας) Αθηνά, επαναλαμβάνω ό,τι είπε και εκείνη στον λόγο της
""Ας τους δώσουμε (στα παιδιά) όνειρα, στόχους, ιδανικά, σαν αυτά με τα οποία μεγαλώσαμε εμείς, οι γονείς μας, αλλά και οι παππούδες μας.
Ας ξαναβρούμε τις δικές μας αξίες, που τις κλειδώσαμε στο μπαούλο και όχι αυτές που θέλουν να μας επιβάλλουν, όπως κάποια ηλεκτρονικά παιχνίδια, που τα εξοικειώνουν στην καταστροφή και στο φόνο. Αλλιώς, η μελλοντική μας κοινωνία θα είναι ανάπηρη. Ανάπηρη πνευματικά. Ανάπηρη ψυχικά."" !!!!!!!!!!!!!
(παραθέτω και μια φωτογραφία από την κινηματογραφική ταινία με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, ο οποίος βλέποντας από κει ψηλά την παράσταση ...... λίγο θα ζήλεψε με το ταλέντο του νεαρού πρωταγωνιστή!!!!!)
 (5 φωτογραφίες)
  • Αρέσει σε εσάς, καθώς και στους Rena KonouΔημητρα Παπασταματη ΓιαννουρηΜαρία Κάκκα Καρρά και σε 11 ακόμη.
  • ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΦΑΖΑΝΙΔΗΣ .....Αυτη ειναι η προσωποποιηση της Ελπιδας η οποια Δοξα το Θεο Υπαρχει στα παιδια !!!!!!!!!!!!!!!!!!Ευγε για την αναρτηση φιλτατη καλη μου Μαρια !Καληνυχτω με την αγαπη μου.......
  • Μαρία Κάκκα Καρρά ευγε για την αναρτηση μαρικα....!!!!!!!!!!!!!!!
  • Moody Times Μ'έκανες και χαμογέλασα καλό Σ/Κ
  • Mixail Karlis Mέσα από τη συλλογική δουλειά αναδεικνυεται το ταλέντο.
  • Καρμέλα Αντιγόνη Σώρρου Αυτή η άλλη Ελλάδα ας γίνει ποταμός!!!
  • Athina Maravegia Σ' ευχαριστώ Μαρικάκι μου και σας ευχαριστώ όλους, γιατί τα λόγια σας μας δίνουν δύναμη, να γίνουμε ΠΟΤΑΜΟΣ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
  • Χαρά Παγιατάκη ΣΑΝ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΓΙΑΛΟΥΡΟΥ ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΘΕΡΜΑ!!!!!!!!!!!ΟΛΟΙ ΗΤΑΝ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ!!!!!!!
  • Και ο λόγος μου που προκάλεσε πολλά σχόλια και αρνητικά:
  • Σας καλησπερίζω κι εγώ με τη σειρά μου κι αφού ευχαριστήσω:
    Το Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων του σχολείου μας,
    Εσάς τους γονείς, που μου εμπιστευτήκατε και πάλι τα παιδιά σας,
    Τον πατέρα Τιμόθεο, που απλόχερα μας παραχώρησε και φέτος την αίθουσα του Κατηχητικού για τις καθημερινές μας πρόβες,
    Τις κυρίες: Μαρία Βόγλη και Χαρά Σωτηροπούλου, που στάθηκαν δίπλα στα παιδιά και πλάι μου, πολύτιμοι βοηθοί,
    Όλους εσάς που μας τιμάτε με την παρουσία σας και
    Τα μεγαλύτερα «παιδιά μου», που με στηρίζουν όλα αυτά τα χρόνια, κάθε χρόνο, κάθε μέρα,
    ΘΕΛΩ να συγχαρώ και να ευχαριστήσω τα φετινά μου παιδιά,, ένα προς ένα και όλα μαζί, για το όμορφο ταξίδι που κάναμε παρέα, την όμορφη σχέση που αποκτήσαμε και τα όσα εκείνα, χωρίς να το ξέρουν, μου έμαθαν! Και να τους ζητήσω συγγνώμη για όσες φορές τα πίκρανα…
    Επιτρέψτε μου, μετά από τόσα χρόνια συνεργασίας με παιδιά, και ύστερα από πολλή σκέψη, από κάποιες πτυχές που εισέπραξα ΦΕΤΟΣ, να σας παροτρύνω:
    Σταθείτε δίπλα στα παιδιά σας, ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ.
    Αφουγκραστείτε τα.
    Ακούστε τον κτύπο της καρδιάς τους.
    Μη θαρρείτε πως, επειδή είναι μικρά, δεν εισπράττουν την κατάσταση που βιώνει η χώρα μας και ο καθένας μας χωριστά. Είναι κι αυτά μέρος της σκληρής κοινωνίας μας.
    Τα παιδιά μας κινδυνεύουν. Όχι από σωματική πείνα και ανέχεια. ΟΧΙ. Κινδυνεύουν, ίσως περισσότερο από ποτέ, από έλλειψη στόχων και ονείρων. Κινδυνεύουν από έλλειψη ιδανικών. Και αυτό σημαίνει ότι δε βλέπουν, δεν ακούνε, ΔΕ ΖΟΥΝ.
    Θέλουμε, δε θέλουμε, ΑΥΤΑ είναι το μέλλον κι εμείς το παρελθόν.
    Ας τους δώσουμε όνειρα, στόχους, ιδανικά, σαν αυτά με τα οποία μεγαλώσαμε εμείς, οι γονείς μας, αλλά και οι παππούδες μας.
    Ας ξαναβρούμε τις δικές μας αξίες, που τις κλειδώσαμε στο μπαούλο και όχι αυτές που θέλουν να μας επιβάλλουν, όπως κάποια ηλεκτρονικά παιχνίδια, που τα εξοικειώνουν στην καταστροφή και στο φόνο. Αλλιώς, η μελλοντική μας κοινωνία θα είναι ανάπηρη. Ανάπηρη πνευματικά. Ανάπηρη ψυχικά.
    12 χρόνια τώρα – και βιώνοντας τη δίψα όλων των παιδιών – όνειρό μου, όνειρό ΜΑΣ καλύτερα, όπως είπε και η κυρία Ελένη Πλιάτσικα – είναι να φτιάξουμε την θεατρική ομάδα της περιοχής μας,, του Βοτανικού. Να φτιάξουμε ένα «στέκι» πολιτισμού. Το στέκι των παιδιών μας, που θα ξέρουν ότι είναι εκεί και τα περιμένει ότι είναι ο χώρος τους.
    Εκεί – εκτός από τις θεατρικές παραστάσεις που ελπίζουμε να παρουσιάσουμε – θ’ ακούσουν τη μουσική τους, θ’ ασχοληθούν με τη μουσική, τη λογοτεχνία, τις κατασκευές,, τους προβληματισμούς τους, τον πολιτισμό.
    Η ομάδα δημιουργήθηκε, είναι ακόμα στα σπάργανα, και ΠΑΛΙ αρωγός και βοηθός μας ο πατέρας Τιμόθεος!
    ΘΕΛΟΥΜΕ δίπλα μας τους Συλλόγους Γονέων και Κηδεμόνων τόσο του Δημοτικού, όσο και του Γυμνασίου και Λυκείου της περιοχής μας. Οι ΑΛΛΟΙ «σύλλογοι», που είναι έρμαια πολιτικών κομμάτων, καλό θα ήταν – αν δεν μπορούν να βοηθήσουν ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ – να μείνουν μακριά μας. Αρνούμαστε να χρησιμοποιηθούν τα παιδιά για προσωπικό τους όφελος και συμφέρον.
    Κάποιοι μπορεί να πουν πως οφελούμαι κι εγώ. ΝΑΙ!!! Δεν έχουν άδικο!!!
    Η δική μου πληρωμή είναι η εκτίμηση, η αγάπη και η απέραντη αγκαλιά ΟΛΩΝ των παιδιών μου,, 12 χρόνια τώρα, και τα ευγνωμονώ για ό,τι απλόχερα και άδολα μου χαρίζουν!!!
    Ένα χώρο ζητάμε. Ένα παλιό σπίτι, μια αποθήκη – που μένει εκεί και ρημάζει – να το φτιάξουμε μόνοι μας, τα ίδια τα παιδιά – και με την επίβλεψη και βοήθεια όσων γονιών θελήσουν – θα χτίσουμε, θα βάψουμε, θα δημιουργήσουμε. Και γνωρίζετε πολύ καλά πως ό,τι φτιάχνουν μόνα τους το φροντίζουν και το προσέχουν σαν πολύτιμο θησαυρό!
    Το μόνο βέβαιο είναι πως δεν έχουμε πόρους. Εκείνα,, όμως,, που διαθέτουμε, είναι όρεξηη και αγάπη για δημιουργία!!
    Τέλος, κλείνοντας και περιμένοντας κάποιος ή κάποιοι να ευαισθητοποιηθούν, θέλω να σας παρακαλέσω από καρδιάς:
    Να χαρίσετε σε τούτα τα παιδιά, που αγωνιούν από πίσω και είμαι βέβαιη πως θα δώσουν τον καλύτερο εαυτό τους, να τα χειροκροτήσετε με όλη τη δύναμη της ψυχής σας, γιατί ΤΟ ΑΞΙΖΟΥΝ!!!!!!!!!!!!!!!!
    Απολαύστε την παράστασή μας. απολαύστε τα παιδιά μας και
    Καλό Καλοκαίρι

    ΥΓ. Αγαπητοί Βοτανικιώτες, στις επόμενες Δημοτικές εκλογές, σκεφτείτε αν θα ξαναψηφίσετε τους ίδιους ανθρώπους, που έχουν καταντήσει την περιοχή μας έναν χώρο που διψά για πολιτισμό και του παρέχουν ΥΠΟ-πολιτισμό....
    Και αναλαμβάνω,εννοείται, ΑΠΟΛΥΤΑ την ευθύνη αυτών που είπα, που γράφω και αντιπροσωπεύει ΜΟΝΑΧΑ εμένα. Δεν εξαρτώμαι από κανένα κόμμα και καμμία τελεία!!!!
    • Σταυρούλα Κουγιουμτσιάδη Σήμερα που ο πολιτισμός στη χώρα μας τελεί υπό συνεχή διωγμό, οι προσπάθειες και οι πρωτοβουλίες, ανθρώπων αφοσιωμένων στους νέους και το μέλλον τούτης της χώρας, πρέπει να βρίσκουν τη συμπαράσταση όλων μας.
      Παλέψτε Αθηνά! Κερδίστε ό,τι σας αρνούνται! Μπράβο σας!
    • Evi Evan τέλεια και....τελεία και παύλα!!!
    • Rena Konou Σήμερα περισσότερο απο ποτέ τα παιδιά χρειάζονται την Πίστη, την Ελπίδα, το Όνειρο και την Ομάδα...όλα στοιχεία Πολιτισμού για να προχωρήσουν στο μέλλον...ένα μεγάλο Μπράβο για τον αγώνα σας!!! Καλή επιτυχία!!!
    • Δημητρα Παπασταματη Γιαννουρη Πολυ καλα εκανες και ετονισεςοτι δεν εξαρτασαι απο κανενα κομμα .Και ο'τι κανεις το κανεις μονο απο αγαπη ,(παιρνεις και δινεις χαρα )αυτο ειναι το οφελος σου !!!!
    • Euagelia Papadopoulou Καθώς Είμαι ευσυγκινητη,ομολογώ πως βουρκωσα,αλλά και ένα χαμόγελο αισιοδοξίας διαγράφηκε στα χείλη μου!
      Τα σέβη μου Αθηνά μου!
      Κι εμείς μόλις επιστρέψαμε από την αποχαιρετιστήρια γιορτή του νηπιαγωγείου Κυμινων,η μικρή μας Ζωή,(όπως και τα υπόλοιπα παιδάκια),είχαν την τύχη να έχουν μία Αξιόλογη Δασκάλα,η οποία έδωσε ένα λευκό μαντήλι για το μακρινό ταξίδι της εκπαίδευσης!Η κυρία Χρύσα,με το χρυσό στόμα.
      Έτσι,κατανόησα πάρα πολύ ολα αυτά που έγραψες πιο πάνω!Τα παιδιά μας είναι πλούσια,όταν έχουν δασκάλους αυτής της ποιότητας.
      Καλή δύναμη στο έργο σου ψυχή μου,πάντα να σου δίνει δύναμη Ο ΘΕΟΣ. Σε φιλώ πολύ,καλό βράδυ και του χρόνου!!!<3<3
    • Μαρία Κάκκα Καρρά ο ρολος ενος δασκαλου σε καθε επιπεδο δεν ειναι μονο η μεταδοση της γνωσης αλλα και η προετοιμασια των μαθητων του για την αντιμετωπιση των μεγαλων προκλησεων της ζωης τους.....επισης αυτος ο ρολος προαγει και την ψυχικη υγεια των παιδιων.....κι εσυ αθηνα με τις γνωσεις σου που μεταλαμπαδευεις 12 χρονια στους μαθητες σου ...επαιξες τον μεγαλυτερο και πιο αληθινο ρολο της ζωης σου......γιατι απλα διδαξες αυτα τα παιδια να ποιουν ηθος......πολιτισμο...ομαδικοτητα...αλληλεγγυη......προσπαθεια...αγαπη.....ΘΕΡΜΑ ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ!!!!!!!!!!!!!!!!!!
    • Maria Maranti Αγαπημένη μου Αθηνά, όταν θέλω να καθαρίσω το μυαλό μου, έρχομαι και διαβάζω τον λόγο σου. Δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα στην ζωή ενός μικρού παιδιού από το να συναντήσει σ' αυτήν την νεαρή ηλικία, όμορφους σωστούς ανθρώπους. Δασκάλους σε όλα τα επίπεδα, που εκτός από την γνώση που τους προσφέρουν, να τα δισάσκουν ήθος και να τους δείχνουν τον δρόμο τον καλόν, την ομορφιά της ζωής, να τα κάνουν να ονειρεύονται και να έχουν στόχους στη ζωή, όπως σωστά γράφεις. Σε συγχαίρω θερμά για ό,τι κάνεις για τα παιδιά. Η πληρωμή σου είναι η αγάπη που σου δείχνουν και ήταν ολοφάνερη στην γαλαρία που είχαν φτιάξει τα παιδιά που ήδη έχουν τραβήξει τον δρόμο τους για το Γυμνάσιο. Έχεις τον θαύμασμό και την αγάπη μου !! 
    • Αθηνά μου, Ε Υ Χ Α Ρ Ι Σ Τ Ω!!!!!
      για την αποψινή υπέροχη παράσταση "Υπάρχει και Φιλότιμο", των "παιδιών" σου του 85ου Δημοτικού Σχολείου Βοτανικού!!!!!
      Τα παιδιά/ηθοποιοί ήταν όλα εξαιρετικά!!!! Η σκηνοθεσία, τα σκηνικά, τα κουστούμια τους. Το μακιγιάρισμα τους από την έξοχη Μαρία, την κόρη σου, υπέροχο.
      Οι ατελείωτες ώρες που διαθέσατε, τα παιδιά και εσύ/εσείς στέφτηκαν από επιτυχία.
      Οι πιο θερμές στιγμές βέβαια που μου έφεραν δάκρυα στα μάτια, ήταν όταν, τα παλαιότερα παιδιά σου, σε χειροκροτούσαν από την γαλαρία με αγάπη, και ήταν ολοφάνερο αυτό.
      Όλη η αφιλοκερδής προσπάθεια σας, η δική σου, της Μαρίας, και όσων σας βοήθησαν να φτιάξετε αυτήν την αξέχαστη βραδιά, θα ζεσταίνει για καιρό την καρδιά μου.
      Είθε να μπορέσετε να φτιάξετε το πολιτιστικό στέκι που ονειρεύεστε για τα παιδιά των σχολείων του Βοτανικού. Πόσο συγκινητικό ήταν, όταν είπες ότι θα δουλέψετε μαζί με τα παιδιά για να το στήσετε!!!! Ελπίζω να βρείτε αρωγό στο όνειρο σας. Αξίζει για τα παιδιά τα ίδια, να βρούν στόχους και τρόπο να ονειρεύονται, όπως πολύ σωστά τόνισες στα όμορφα λόγια σου πριν την παράσταση.
      Νιώθω τόσο τυχερή που είμαι φίλη σου. Ευχαριστώ και πάλι.
      Και του χρόνου!!!!
      Υ.Γ. Θα κάνω μια παρασπονδία και θα πω ότι ο πρωταγωνιστής σου, ο επί σκηνής Μαυρογιαλούρος, ήταν Ε Ξ Α Ι Ρ Ε Τ Ι Κ Ο Σ !!!!!
    Η Athina Maravegia κοινοποίησε φωτογραφία από ‎Foto இܓ omorfies‎.
    Καλημέρα και καλή βδομάδα!!!!!!!!!!
    Μέσα σε αυτή την καρδιά,
    τη δική μου καρδιά,
    έκλεισα και σας, παιδιά "μου",
    Αντρέα, Αντώνη, Βασίλη, Νικόλα, Παναγιώτη και Στέλιο,
    Αφροδίτη, Βιβή, Ελένη, Ελένη, Ελένη, Ηρώ, Κλεμεντίνα και Μαργαρίτα,
    μ' ένα ΜΕΓΑΛΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
    για την τόσο όμορφη και ΑΨΟΓΗ παράσταση
    που χαρίσατε σε όσους μας έκαναν την τιμή να σας απολαύσουν!!!!!!!!!!
    Μπράβο σας και Εύγε σας και Ζήτω σας, όπως λέει κι Μαυρογιαλούρος!!!!!!!!!!!!!!