Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015

Για την Μάννα
Μάννα. Μια λέξη μαγική. Μια λέξη τόσο συμμετρική και εύηχη. Δύο άλφα και δύο «μαλακά» σύμφωνα. Το μι, το πρώτο σύμφωνο που αρθρώνουμε από την βρεφική ηλικία και το ένρινο νι -διπλό- που μοιάζει σαν να βγαίνει απ’ την ψυχή.
Νοιώθω ευλογημένη και γι’ αυτό Σ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ, Μάννα!!!
Ευλογήθηκα από Εκείνον να είμαι κοντά σου μέχρι το τέλος. Ευλογήθηκα να σου κρατώ το χέρι, μέχρι να έρθει ο Άγγελός σου να σε πάρει. Ευλογήθηκα να παίρνω καθημερινά την ευχή σου, αλλά μου έκανες και το τελευταίο σου δώρο: την ύστατη πνοή σου. Όσο σε στερήθηκα στα μικράτα μου, τόσο σε «χόρτασα» μεγάλη. Η μάννα ποτέ δεν χορταίνεται, γιατί και γέρος να είσαι, πάλι «Ωχ, μάννα μου» θα πεις.
Σε σένα χρωστάω την ύπαρξή μου. Σε σένα χρωστάω αυτό που είμαι σήμερα. Εσύ, ο πατέρας και η μαμά-Βέρα με κάνατε τον άνθρωπο που είμαι. Δεν μπορώ να σας μοιράσω τα εύσημα ή τα άσχημα. Κάτι πήρα από τον ένα, λίγο από την μία και λίγο από την άλλη, ιδού το δημιούργημά σας. Και οι δύο μανάδες, σαν σε συντονισμό, η μία έσπερνε κι η άλλη καλλιεργούσε!
Σ’ ευχαριστώ, μάννα, που μου έμαθες τι θα πει αφοσίωση. Αυτή σου η αφοσίωση στην μετεφηβική μου ηλικία με είχε θυμώσει, αλλά, μεγαλώνοντας, κατάλαβα πόσο σημαντική είναι. Μ’ έμαθες να είμαι δυνατή, μ’ έμαθες να έχω υπομονή, μ’ έμαθες ν’ αγαπάω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, μ’ έμαθες…, μ’ έμαθες… Αλήθεια, πόσα μ’ έμαθες και σου χρωστάω… Σου χρωστάω πολλά, που δεν αρκούν δύο ζωές για να σου τα ξεπληρώσω. Ακόμα και με το φευγιό σου μου έμαθες τόσα…
Κάποτε είχα διαβάσει πως όταν γεννιέται ο άνθρωπος, κλαίει γιατί πονά -κάτι που σαν βρέφη δεν κρατάμε στη μνήμη- και πως τον ίδιο πόνο βιώνει και όταν φεύγει. Άλλοτε ο πόνος αυτός, ο τελευταίος, είναι στιγμιαίος και οξύς κι άλλοτε γίνεται σταδιακά και βασανιστικά, μ’ ένα πήγαινε-έλα στη γνώση και την άγνοια. Κι εσύ, ακόμα και τούτες τις ώρες, μου έδειξες τη δύναμη, την αθόρυβη δύναμη που έκρυβες επιμελημένα όλα αυτά τα χρόνια. Κονταροχτυπήθηκες παλληκαρίσια με τον χάροντα, που σε κέρδισε τελικά σε μια άνιση μάχη, αφού εκείνος, αιώνες τώρα, παραμένει αγέραστος και σφριγηλός κι εσύ κουβαλούσες 9 δεκαετίες στην πλάτη.
Ευλογημένοι όσοι φεύγουν από τούτη τη ζήση με μιαν ανάσα, όπως ο πατέρας. Μα πιο ευλογημένοι αυτοί που ζουν πλάι σ’ εκείνον που παλεύει να φύγει ή να κρατηθεί. Μόνο τούτες τις ώρες μπορεί να καταλάβει ο άνθρωπος το μεγαλείο της ζωής.
Να κάθεσαι κοντά του, να του κρατάς το χέρι, να του λες λόγια αγάπης, να τον προτρέπεις να φύγει για ν’ αναπαυθεί. Να ξέρεις ότι νοιώθει την παρουσία σου, την αγάπη σου… Να νοιώθει πως ό,τι πρόσφερε κι εκείνος στο διάβα του, του αναγνωρίστηκε. Ν’ ακούς τον επιθανάτιο ρόγχο, να θες να φωνάξεις, να θες να κλάψεις, να θέλεις, ακόμα και να θυμώσεις, αλλά να σφίγγεις τα δόντια και να βγάζεις μόνο αγάπη από μέσα σου, αγάπη και φροντίδα…
Από τα 10 σου χρόνια που ορφάνεψες από πατέρα, ήσουν το παιδί που δεν ήθελε να στενοχωρεί κανένα. Προσπαθούσες να περνάς απαρατήρητη. Στον γάμο σου στάθηκες βράχος γρανιτένιος, αφού κατόρθωσες να δαμάσεις, κυριολεκτικά, αυτό το πλάσμα που λεγόταν Φωκίων. Στα παιδιά σου στάθηκες η μάννα που αγωνιούσε να υπάρχουν ισορροπίες. Στα αδέλφια, στους συγγενείς, μα και στους φίλους, βρισκόσουν πάντα εκεί που σε είχαν ανάγκη. Και πάντοτε με έναν καλό λόγο για τον καθένα κι εκείνο το καλοσυνάτο κι από καρδιάς χαμόγελο.
Έχω περάσει τα 60 και δεν σ’ έχω ακούσει ούτε μία φορά να πεις κακή κουβέντα για κανένα. Ακόμα και για κείνους που σε πόνεσαν, εκείνους που σε πλήγωσαν, δεν είχες να πεις κακό λόγο. Το πολύ-πολύ να εκφράσεις κάποιο παράπονο, τίποτα παραπάνω.
Τα τελευταία 20 χρόνια που ζήσαμε μαζί ουσιαστικά και κάτω από την ίδια στέγη, μετά που έφυγε ο πατέρας, στάθηκες και πάλι γρανιτένιος βράχος δίπλα μας. Πικράθηκες, χωρίς να πικράνεις κανένα. Αντίθετα, με κείνο το καλοσυνάτο χαμόγελό σου κέρδισες όσους σε γνώρισαν. «Η Κυρία Μαρία», η «γιαγιούλα» όλων.
Φίλοι κι οι γνωστοί μου εύχονται να σε θυμάμαι και να θυμάμαι τις καλές στιγμές. Ψάχνω να βρω κακές στιγμές μαζί σου, μα δεν τις βρίσκω πουθενά. Στ’ αυτιά μου ηχούν οι ευχές σου και στα μάτια μου βλέπω εκείνο το χαμόγελό σου.
Ανάγκη σε είχαμε. Ανάγκη δεν μας είχες. Ο Φωκίων σου οικονομικά σε είχε τακτοποιήσει κι έτσι, ακόμα και γι’ αυτό σου ταξίδι, το μόνο που μας επιβάρυνες -η καθημερινή σου αγωνία- είναι ο πόνος του φευγιού σου, η απουσία σου. Ξαφνικά άδειασε η καρέκλα και το κρεβάτι σου και όταν φεύγουμε από το σπίτι, δεν υπάρχει κανείς να μας πει: Στο καλό, παιδί μου. Στο καλό και με την ευχή μου…
Ξέρω, ακούγεται εγωιστικό όλο αυτό για μιαν ενεννηντάχρονη, όταν υπάρχουν παιδιά που ή δεν πρόλαβαν να γνωρίσουν την μάννα ή ορφάνεψαν σε τρυφερή ηλικία. Τα νεκροταφεία είναι γεμάτα τάφους παιδιών, νέων και νεαρών. Ας μου το συγχωρήσουν οι συγγενείς, αλλά ΟΦΕΙΛΑ δυο λόγια και για τούτη τη σπουδαία γυναίκα, για τούτη τη μάννα, που είχα την ευλογία και την τύχη να είναι η δική μου ΜΑΝΝΑ!!!
Κράτα τον παππού ζωντανό
Αναρτήθηκε στο "τοβιβλίο.net" 20.01.2015
Ξεκίνησα να γράφω τον λόγο που ήθελα να κρατήσω τον παππού ζωντανό. Σκέφτηκα πως είναι ο μόνος, μη λέω και υπερβολές, αλλά συμβάλλει κι εκείνος, που μπορεί να βοηθήσει οικονομικά. Σπουδαίο γεγονός η σύνταξη του παππού! Πετσοκομμένη, αλλά σημαντική! Είναι ένα βοήθημα στην οικογένεια του 2014. Και τι ζητάει ο δόλιος; Ένα πιάτο φαΐ, λίγη κουβέντα, λίγη αγάπη και φροντίδα και όλα τέλεια. Και μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει, να η σύνταξη να πληρώσουμε τα κοινόχρηστα ή να «τσοντάρουμε» στο ρεύμα! Ε, και λίγο χαρτζιλίκι στον καθένα μας! Δεν είναι και κανένα υπέρογκο ποσό, αλλά ένα πεντακοσάρικο το μήνα, δεν μας κακοπέφτει! Λίγα από δω, λίγα από κει, να η ακρίβεια, να η τετράωρη απασχόληση, κάτι κάνει κι ο παππούς!
Έτσι είπα να ξεκινήσω, χαριτολογώντας, τάχα μου – τάχα μου, με μπόλικη αλήθεια, πολλή πίκρα και μεγάλη αγανάκτηση. Μα για μένα ο παππούς δεν είναι η σύνταξή του. Για μένα ο παππούς είναι ένας ολόκληρος κόσμος. Ένας κόσμος με ιστορίες, γεγονότα, αγάπες και αγώνες.
Πάντα μου άρεσε να τον ακούω, ακόμα και τώρα που ζει στον δικό του υπέροχο κόσμο. Από τότε που έφυγε η γιαγιά κι έμεινε μονάχος, όπως έλεγε κι ας ήμαστε όλοι γύρω του, μέρα με τη μέρα αποφάσιζε να απομακρύνεται…
Θυμάμαι όταν διάβαζα, που ήθελε να τα λέω φωναχτά, ειδικά την ιστορία.
- Δεν ντρέπονται να γράφουν ψέματα; Δεν ντρέπονται να σας μαθαίνουν τη μισή αλήθεια; Θυμάσαι τότε στο δημοτικό που παίξατε το Μεγάλο Τσίρκο του Καμπανέλλη; Αυτή είναι η πραγματική ιστορία μας. Εκεί, με δύο λόγια -που λέει ο λόγος- αυτός ο μεγάλος συγγραφέας και άνθρωπος, παρουσιάζει γλαφυρά την ελληνική ιστορία.
- Παππού, ξέρεις πως από τότε άρχισε να μου αρέσει αυτό το μάθημα;
- Άκουσε, παλληκάρι μου. Η ιστορία ενός τόπου δεν είναι ένα απλό μάθημα, αλλά μάθημα ζωής. Όποιος δεν ξέρει την ιστορία του τόπου του, δεν ανήκει σε αυτόν τον τόπο, μήτε σε κανέναν άλλο. Δεν ανήκει πουθενά. Κι αν, μέχρι να φτάσει στην ηλικία μου, δεν προσπαθήσει να πλουτίσει τις γνώσεις του με την ιστορία, τότε απλά πέρασε από τούτη τη ζωή, όπως ένα κουνούπι… Όταν μαθαίνουμε μια ιστορία, αυτόματα βλέπουμε τα λάθη που έχουν γίνει για να τα αποφύγουμε ή τα σωστά, για να τα επαναλάβουμε. Τόσο απλά.
Του άρεσε να μιλάει για την δική του εποχή. Παιδί αμούστακο ήταν όταν μπήκε στην Αντίσταση και μετέφερε «ραβασάκια», όπως μου τα έλεγε. Ενήλικας πέρασε κι από την Μακρόνησο, όπου γνώρισε σημαντικούς ανθρώπους. Στην Αντίσταση γνώρισε την πρώτη του αγάπη, που δεν άντεξε στις κακουχίες κι έφυγε νωρίς απ’ τη ζωή. Μετά γνώρισε την γιαγιά, που την ήξερε κι εκείνη από την «αμαρτωλή» δράση του, του στάθηκε στον μισεμό της Έλενας, όπως έλεγαν την κοπέλα. Η γιαγιά τον αγαπούσε κρυφά και δεν είχε μάτια για άλλον. Και με τον καιρό την αγάπησε κι εκείνος. Κυνηγήθηκαν αρκετά, αλλά κατάφεραν να γίνουν σωστοί γονείς και πιο σωστοί παππούδες! Δούλεψαν σκληρά. Τα χέρια και των δύο ήταν ροζιασμένα, μα τόσο απαλά όταν με χάιδευαν!
- Τα ιδανικά είναι τα άρματά σου, όπως και οι γνώσεις σου. Αυτό να μην το ξεχάσεις ποτέ. Και τα ιδανικά δεν δέχονται εκπτώσεις. Μπορεί αυτοί που βρίσκονται στις κεφαλές να μην είναι και ό,τι καλύτερο, αλλά τα πιστεύω μας δεν τα ξεπουλάμε ποτέ. Και να θυμάσαι τούτο: όλα μπορούν να σου τα κλέψουν. Όλα. Εκτός από την γνώση και τα πιστεύω σου.
Αυτές ήταν οι κουβέντες της γιαγιάς, όταν γύριζα από το σχολείο και μέχρι να έρθουν οι γονείς μου να πάμε σπίτι. Μου έβαζε να φάω και μου έλεγε ιστορίες. Ήταν από τα παιδιά της Μικρασίας, όπως συνήθιζε να λέει. Από κείνους που δεν έχουν πατρίδα, γιατί όταν ήρθαν, όπως ήρθαν, στην Ελλάδα, δεν τους ήθελε κανείς κοντά του κι ας ήταν πολύ πιο μορφωμένοι.
- Αχ γιαβρί μου, και να ήξερες πόσες ταλαιπωρίες και προδοσίες γευτήκαμε… Μας ξεπούλησαν οι μεγάλοι τούτης της χώρας, αλλά και των μεγάλων δυνάμεων. Τα συμφωνήσανε μεταξύ τους και δε νοιάστηκε κανείς τι θ’ απογίνουμε τόσες φαμελιές, τόσοι κόποι, τόσες περιουσίες. Ακόμα και τους Έλληνες, Ελλαδίτες στρατιώτες εγκατέλειψαν στο έλεός τους και στο έλεος των Τούρκων, της πείνας και της κακουχίας. Βυζανιάρικο ήμουν, όταν με κίνδυνο της ίδιας της ζωής της η μάνα μου μπόρεσε να μπει στη βάρκα, ένα καρυδότσουφλο έλεγε, για να γλυτώσει με άλλες γυναίκες και παιδιά, να περάσουμε απέναντι, στη Μυτιλήνη κι από κει στον Πειραιά. Ντροπή κι εξευτελισμούς δεχθήκαμε. Τον πατέρα μου δεν τον ξαναείδαμε, όπως και πολλούς άντρες τότε… Κάθε οικογένεια είχε και κάποιον να θρηνήσει. Τα καταφέραμε, όμως. Ίσως αυτή ήταν κι η αιτία που με τον παππού σου δεν μπορούσε τίποτα να μας λυγίσει. Παλιές καραβάνες στους αγώνες και στην επιβίωση!
Όταν μου μιλούσε η γιαγιά για κείνα τα χρόνια και όπως της τα διηγούταν η μητέρα της, αλλά και τις ιστορίες από άλλες γυναίκες, που έρχονταν κάποιες από το Αϊβαλί, άλλες από την Τραπεζούντα, την Έφεσο, το Αϊδίνι και αλλού, δάκρυζε και το πρόσωπό της σαν να το έκαιγαν πύρινες γλώσσες. Με συνέπαιρνε με όλα αυτά και τις περισσότερες φορές όταν ήμαστε μόνοι μας. Δεν ήθελε να πικραίνει τον παππού, μου έλεγε, όταν έκοβε μεμιάς την κουβέντα της, σαν παρουσιαζόταν εκείνος.
- Τι κάθεσαι και λες του παιδιού; Είναι μωρό ακόμα…
- Δεν κάνει κακό να μαθαίνει. Κάποτε, κάπου, μπορεί να του χρειαστούν. Να ξέρει, κιόλας, από πού κρατά κι η σκούφια του.
- Ξέρει και πολύ καλά, μάλιστα! Γιαννιώτης είναι και Γιαννιώτης θα μείνει!
- Ναι, αλλά έχει και φλέβα χρυσού! Εσείς το ασήμι κι εμείς το χρυσό!
- Μα είναι μικρός ακόμα. Έχει καιρό γι αυτά…
Κι ας ήμουν στην εφηβεία… Εκείνος προσπαθούσε να μου μάθει να αγαπάω τα γράμματα και τις γυναίκες.
- Να θυμάσαι, όπως το έχω πει και στον πατέρα σου, πως την γυναίκα δεν την χτυπάμε ούτε με τριαντάφυλλο. Την αγαπάμε και την θαυμάζουμε, γιατί αυτή είναι η δημιουργία. Αυτήν έχει προικίσει η φύση με την μήτρα. Αυτή φέρνει την νέα ζωή. Αυτή κουβαλάει το μέλλον…
Και όταν τελείωνα το γυμνάσιο, λίγο πριν φύγει η γιαγιά, με ξεμονάχιαζε και με ρωτούσε όλο νόημα:
- Υπάρχει καμιά κοπελίτσα που σου αρέσει; Είναι όμορφη; Διαβάζει; Έχει μυαλό ή μόνο καθρέφτη; Μακριά από όσες έχουν μόνο καθρέφτη. Είναι άδειες. Δεν κάνουν για σένα…
Πόσα μου έλεγε… Και τώρα, κάθεται εκεί, ασάλευτος, με το βλέμμα χαμένο, στην αγαπημένη του θέση, συνήθως στην μικρή αυλή του. Μένουμε τώρα μαζί, στο πατρικό σπίτι. Και αυτό, γιατί ο γιατρός είχε πει στον πατέρα μου, δύο χρόνια μετά που έφυγε η γιαγιά κι ο παππούς άρχισε να «χάνεται», πως θα ήταν καλύτερα να μην αλλάξει περιβάλλον. Είχε αρχίσει σιγά-σιγά να παρουσιάζει απώλεια μνήμης και να πετάγεται τη νύχτα με φωνές, μουσκεμένος στον ιδρώτα κι «ετοιμοπόλεμος».
Για μένα ο παππούς είναι όλος ο κόσμος, όλη η ιστορία, όλη μου η γνώση…

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014


Ο γέρος στο παράθυρο

Πόσα χρόνια… Πόσα όνειρα… Πόσοι αγώνες…
Και κατάφερες να «γεράσεις».
Χαρές και λύπες, δώρα και απαξιώσεις, γέλια και δάκρυα, επιτεύξεις και απογοητεύσεις, αγάπες και μνήμες, λησμονιές και θύμησες,
όλα εναλλάσσονταν όπως η ώρα τη μέρα, η μέρα τη νύχτα, η βδομάδα τον μήνα, ο μήνας τον χρόνο κι ο χρόνος τα χρόνια…
Και τώρα στέκεσαι εκεί, στο ξεχαρβαλωμένο, για τους άλλους, παράθυρο, μα για σένα κρύβει από όλους το κονάκι σου, τη ζωή σου, τον πόνο και την πίκρα σου. Πού πήγαν όλοι και σ’ αφήσανε μόνο; Πού πήγε η πατρογονική σου οικογένεια; Και η άλλη, που με τόσο πόνο και αίμα έστησες; Πού πήγαν τα παιδιά, που τα κρατούσες από το χέρι, το πνευματικό και μοναδικό εκείνο χέρι σου και με τα οποία περνοδιάβαινες τη ζωή με τη σοφία που κρύβουν τα νιάτα; Πού πήγαν όλοι εκείνοι που τους χάρισες απλόχερα τη φιλία σου; Πού είναι όλοι όσοι «ευεργετήθηκαν» από τη δοτικότητά σου;
Όλα αυτά τα έχεις κλειδαμπαρώσει μέσα στην καμαρούλα σου, την φτωχική για τους άλλους, μα τόσο πλούσια για σένα. Γεμάτη φωτογραφίες, γράμματα, αφιερώσεις, βιβλία και πάλι βιβλία, χαρτιά χειρόγραφα τακτοποιημένα σε φακέλους, καθένας με τη θεματολογία του, τακτοποιημένοι στο σεντούκι που χάσκει ορθάνοιχτο, έτοιμο να δεχθεί τα νέα σου γραφήματα, τις τόσο πολύτιμες σκέψεις σου για το πριν, το σήμερα, το αύριο. Λέξεις που παίρνουν σάρκα και οστά, εικόνες, γεύσεις και μυρωδιές. Κι όλα αυτά πίσω από τούτο το παράθυρο…
Το σκηνικό συμπληρώνει ένα κρεβάτι, ένα μικρό τραπέζι με δυο ξύλινες καρέκλες, την πολυθρόνα σου, μια μικρή κουζίνα κι ένα μικρό ψυγείο, ένα μικρό διάδρομο και μια μικρή τουαλέτα. Όλα μικρά, πεντακάθαρα και τακτοποιημένα. Ακόμη και οι ντενεκέδες που φιλοξενούν τους βασιλικούς σου. Και από πίσω η, επίσης, μικρή αυλή που βλέπει στη θάλασσα. Κι εκεί έχεις φυτέψει με τα δικά σου χέρια τις βελούδινες κόκκινες, σαν αίμα, τριανταφυλλιές με το μεθυστικό τους άρωμα και τον κήπο με τα «απαραίτητα» για τη «επαρκή» διατροφή σου… Κάπου εκεί, στη μέση, σχεδόν, στέκεται μια γηραλέα ελιά για «το λαδάκι» σου, όπως λες χρόνια τώρα. Κι ένα ξύλινο τραπέζι με δύο πάνινες πολυθρόνες, για ν’ αγναντεύεις τη θάλασσα, μήπως και σου φέρει κάποιον ή κάποια να μοιραστείς τις σκέψεις, την αγάπη, τον έρωτά σου για την ίδια τη ζωή…

Κρατήσου, γέρο μου, κρατήσου, αγαπημένε μου Δάσκαλε. Όπου να ’ναι φτάνω, να σου φιλήσω τα χέρια, να σου αφιερώσω το βραβείο μου, να σου αφιερώσω όλα όσα εσύ τόσο απλόχερα μου χάρισες!!! Κρατήσου κι έφτασα…

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2014


Γεννιέσαι και γεννάς

Γεννιέσαι με πόνο και κάνεις το πρώτο σου κλάμα. Οι επιστήμονες λένε πως πονάς κι εσύ σαν σπρώχνεις για να βγεις από την μήτρα που σε φιλοξενεί, σε προστατεύει και σε θρέφει για εννέα ολόκληρους μήνες. Πονάς κι όταν έρχεσαι σ’ επαφή με τον έξω κόσμο. Σε πονά το οξυγόνο που είσαι αναγκασμένος να εισπνεύσεις μόνος σου, σε πονά το φως που αντικρίζεις, σε πονούν οι ήχοι που δεν φιλτράρονται πια. Και αρχίζεις να βυζαίνεις και μετά άλλοι πόνοι που πρέπει να λειτουργήσουν όλα τα όργανα. Κι έρχονται οι πόνοι της οδοντοφυΐας, το μπουσούλημα, το περπάτημα, το τρέξιμο, μέχρι που πονάς και στο πρώτο σου καρδιοχτύπι, στο πρώτο σου ερωτικό σκίρτημα. Έχεις ματώσει χέρια και πόδια στην παιδική σου ηλικία και αρχίζεις να ματώνεις στην καρδιά και στην ψυχή σαν αρχίσει να λειτουργεί η γνώση και η συνείδηση, τα θέλω και τα πρέπει, τα πώς και τα γιατί.
Και φτάνει η ευλογημένη ώρα να γίνεις εσύ γονιός. Άλλοι πόνοι. Πάλι ο πόνος της γέννας, αλλά από την πλευρά της μήτρας. Πάλι κλάματα, αλλά με δάκρυα ευγνωμοσύνης, χαράς και ευτυχίας. Και πονάς με τους πόνους του παιδιού σου, θυμώνεις που δεν μπορείς να τους πάρεις εσύ, ματώνεις στο πρώτο του χτύπημα, μόνο που η δική σου πληγή δεν φαίνεται. Και μαζί με τις δικές σου, προσωπικές αγωνίες της επιβίωσης και της ευθύνης, της ίδιας της ζωής, παίρνεις παραμάσχαλα και αγκαλιά τις αγωνίες του παιδιού σου. Κάνεις ό,τι μπορείς για να το προστατεύσεις καθημερινά, δίνεις τις γνώσεις, τις εμπειρίες, την όποια σοφία μπορεί να έχεις, δίνεις ό,τι καλύτερο έχεις στην ψυχή σου, για να το δεις έναν καλό, ευγενικό, χρήσιμο, ολοκληρωμένο άνθρωπο και ευτυχισμένο άνθρωπο. Αυτή του η ευτυχία είναι το μοναδικό σου μέλημα από την ώρα της σύλληψής του και η μοναδική ανταμοιβή σου.
Και φτάνει η ώρα του απολογισμού, του δικού σου απολογισμού, σαν άνθρωπος και σαν γονιός.
Ευλογημένοι εκείνοι οι γονείς που βλέπουν τα βλαστάρια τους γερά και δυνατά, μέσα από τον δικό τους αγώνα χρόνων, αλλά και των προσωπικών επιτυχιών των παιδιών τους, να προοδεύουν, να προχωρούν στην ζωή τους και να μην ξεχνούν αυτούς τους γονιούς, την μάνα και τον πατέρα, που ξενύχτισαν στο προσκεφάλι τους όταν πονούσαν κι αρρώσταιναν, που φρόντιζαν, πέρα από την ψυχολογική και ηθική υποστήριξη, και τον οικονομικό παράγοντα. Που προσπαθούσαν, με βάση το δικό τους οικονομικό υπόβαθρο, να τους παρέχουν τα εφόδια για την ζωή τους. Ευτυχισμένοι οι γονείς που δεν μπήκαν ποτέ στον πειρασμό ν’ αναρωτηθούν τι έκαναν λάθος, πού έφτιαξαν και τα παιδιά τους ή ένα από αυτά -όσα κι αν έχουν- κόβουν τις αλυσίδες, απαξιώνουν την ύπαρξη του σπέρματος και της μήτρας. Μακάριοι οι γονείς που μέρες σαν και τούτες που πλησιάζουν, ημέρες γιορτινές και απολογισμού -όπως είναι τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά, που πέρα από την θρησκευτική γιορτή, είναι η γιορτή της γέννησης και η αρχή ενός ακόμα χρόνου, μιας νέας περιόδου- έχουν πλάι τους, στην αγκαλιά τους, ακόμα-ακόμα και στην «ποδιά» τους, τα μεγαλωμένα, τα αντριωμένα και μεστά βλαστάρια τους, που για κείνους, βαθιά στην ψυχή τους, παραμένουν τα μωρά τους.
Και πόσο πονεμένοι και δυστυχείς είναι εκείνοι που τα δικά τους βλαστάρια τους έχουν απαξιώσει, που έχουν σβήσει μονοκοντυλιά τα όσα εισέπραξαν, που έχουν κατηγορήσει τα γονικά τους πως προσπάθησαν να ζήσουν μέσα από την ζωή των παιδιών τους, που τους αποκάλεσαν γονείς του Σαββατοκύριακου. Πόσο πονούν περισσότερο κάτι τέτοιες μέρες, μέρες που μαζεύεται όλη η οικογένεια γύρω από το γιορτινό τραπέζι με γέλια και χαρές, βάζοντας στην άκρη τα όποια προβλήματα.
Κι εσείς, όσοι διαβάζετε τούτες τις αράδες, ακόμα κι εσείς που δεν έχετε «δικά σας» παιδιά, ανοίξτε την ψυχή και την αγκαλιά σας σε όποιο παιδί βλέπετε μπροστά σας. Σκουπίστε του τα αίματα από το γόνατο που χτύπησε, σφουγγίστε του τα δάκρυα, πες τε του μια γλυκιά κουβέντα.
Και οι γονείς που βιώσατε με πόνο και σπαραγμό τον αποχωρισμό του παιδιού σας, που φεύγοντας πήρε κι ένα κομμάτι της ζωής σας, αγκαλιάζοντας με αγάπη τα άλλα παιδιά και τους συνανθρώπους σας, αγκαλιάζετε το μισεμένο.
Ελάτε ν’ αγκαλιάσουμε όλοι μαζί τα παιδιά των πολέμων, τα παιδιά που κινδυνεύουν από την ασιτία, εκείνα που «οι μεγάλοι» αποφάσισαν να μείνουν χωρίς γονείς, όπως τα παιδιά της Γάζας και της Συρίας, ακόμη και αυτά που οι γονείς τους μπορεί να είναι παρόντες-απόντες.
Ας ανοίξουμε διάπλατα την αγκαλιά μας σε όλα τα παιδιά του κόσμου, μπορούμε να βρούμε τρόπους και ποιος ξέρει, μπορεί αυτά να φτιάξουν έναν κόσμο καλύτερο, να ξεκινήσει μια νέα περίοδος με καλύτερες προοπτικές.
Γονείς, μακάριοι και πονεμένοι, γονείς που δεν νοιώσατε το σκίρτημα ενός εμβρύου ή που κόπηκε ένα μέρος της ζωής σας, μπορούμε όλοι να χαρίσουμε ένα χαμόγελο σ’ ένα παιδί, σ’ ένα παιδί που είναι το μέλλον τούτου του κόσμου, του οποίου εμείς οδεύουμε να γίνουμε παρελθόν.

Εύχομαι σε όλες και όλους, φίλες και φίλους, «φίλους και φίλες», καλές γιορτές, όπου κι αν πιστεύετε, και σας παροτρύνω, εμείς οι γηραιότεροι να είμαστε μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη. Μπορεί κάποιος πικραμένος και ειδικά ένα παιδί, να πάρει κουράγιο απ’ αυτό το χαμόγελο…

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

Λούλα Αραχνούλα
Ο μόνος τρόπος για να ξορκίσω το φόβο μου στην ύπαρξη αυτού του εντόμου, είναι να γράψω την ιστορία της Λούλας Αραχνούλας. Ίσως έτσι καταφέρουμε να υπομένει η μία την άλλη, αλλά δε νομίζω πως ποτέ μπορεί να γίνουμε και φιλενάδες.
Πάνε πολλά χρόνια που κάποια προγονή της, όταν ήμουν στην παιδική ηλικία, γύρω στα 7, με τσίμπησε στο χέρι, με αποτέλεσμα να ταλαιπωρηθώ πάρα πολύ και για πολύ καιρό. Από τότε, μόλις έβλεπα αράχνη, πάγωνα. Μέχρι που μια φορά λιποθύμησα, όταν άγγιξα μια πλαστική, που μου την είχαν βάλει στη σχολική μου τσάντα για να μου κάνουν αστείο…
Η Λούλα Αραχνούλα είναι μια μικρή κοπελίτσα, τόσο μικρή που καλά-καλά δεν τη βλέπεις. Την αντιλαμβάνεσαι από τον ιστό της. Από το περίτεχνο κατασκεύασμα, που η καλύτερη υφάντρα δεν μπορεί να πετύχει.
«Άκου να σου πω την ιστορία μου» μου ψιθύρισε ένα πρωί, εκεί στον κήπο που καθόμουν, ανάμεσα στα δέντρα. «Πρέπει να σου την πω, για να πάψεις να με φοβάσαι. Στα πολύ παλιά τα χρόνια, στην Αρχαία Ελλάδα, από κει κρατά και η δική μου σκούφια, η Αράχνη, κόρη ξακουστού βαφέα, του Ίδμονα, ήταν ονομαστή υφάντρα. Ακόμα και οι Νύμφες πήγαιναν για να θαυμάσουν τα έργα της και όλοι πίστευαν πως την τέχνη της την είχε μάθει από τη θεά Αθηνά, αλλά εκείνη αρνιόταν πεισματικά, κάτι που εξόργισε τη θεά και μάλιστα την προκάλεσε σε διαγωνισμό. Το υφαντό της προγονής μου ήταν πιο δύσκολο από αυτό της θεάς, η οποία θύμωσε και τη χτύπησε στο πρόσωπο. Η Αράχνη από την ντροπή της αποπειράθηκε να κρεμαστεί. Η θεά δεν την άφησε να πεθάνει, τη μεταμόρφωσε σ’ αυτό που είμαι σήμερα και την καταράστηκε να είναι πάντα κρεμασμένη, κάνοντας την παλιά της τέχνη.»
Την κοίταζα με δέος καθώς μου τα έλεγε όλα αυτά κι ένοιωθα πολύ άβολα, γιατί με λένε Αθηνά…
«Ναι, ναι, ξέρω. Νομίζεις ότι φταίει το όνομά σου που μας φοβάσαι τόσο. Μην ξεχνάς, δεν είμαστε όλες τόσο κακές, όπως εκείνη που σε τσίμπησε. Κι εκείνη, δεν το έκανε για να σου κάνει κακό, αλλά φοβήθηκε ότι θα τη σκότωνες και αμύνθηκε. Βλέπεις, εμείς δεν είμαστε σαν τους ανθρώπους. Εμείς δε σκοτώνουμε, δεν τσιμπάμε, έτσι, γιατί δεν έχουμε κάτι καλύτερο να κάνουμε. Όλα τα ζώα είμαστε έτσι. Τα ά-λογα ζώα. Πάρε από τα μεγαλύτερα θηρία της ζούγκλας, μέχρι τα μικρότερα έντομα. Εάν σκοτώσουμε, όπως εμείς που πιάνουμε στον ιστό μας τις μύγες, τις πεταλούδες και τα κουνούπια, είναι για να τραφούμε. Έχετε μια παροιμία εσείς οι άνθρωποι που λέει πως, το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό. Γιατί; Μα για να τραφεί. Έτσι και τα μεγάλα ζώα τρώνε τα μικρότερα και πάει λέγοντας. Όπως από μας τρέφονται τα πουλιά. Βλέπεις, σε μας υπάρχει μια λογική αλυσίδα. Εσύ φοβάσαι εμένα. Γιατί; Πότε σου μίλησα άσχημα; Πότε σε κακομεταχειρίστηκα; Πότε σε έβρισα και σε χτύπησα; Πότε σε πρόσβαλα; Πότε προσπάθησα να σε εκμεταλλευτώ; Σου πήρα ποτέ εγώ το φαγητό σου; Έφταιξα εγώ αν κρύωνες το χειμώνα; Έφερα, μήπως, εγώ τις αρρώστιες; Δημιούργησα εγώ την τεχνική πείνα; Σου δημιούργησα τους πολέμους, την ανεργία, την ασιτία; Μήπως εγώ και τα υπόλοιπα ζώα φταίμε για την οικολογική -όπως τη λέτε- καταστροφή; Γιατί εμείς την ονομάζουμε σπάσιμο της αλυσίδας. Για όλα τα δεινά που έχουν βρει εσάς τους ανθρώπους, και κατ’ επέκταση κι εμάς στο ζωικό, αλλά και το φυτικό βασίλειο, φέρουμε καμία ευθύνη;»
Όσο έλεγε όλα αυτά, είχε γουρλώσει τα μάτια της και με κοίταζε. Είχα μείνει άφωνη. Δεν ήξερα τι να της απαντήσω. Σταμάτησε για λίγο, γιατί κάπου στον ιστό της μπερδεύτηκαν τα φτερά μιας πεταλούδας.
«Άσ’ την για μετά. Και θα σου πω κάτι ακόμα. Ας μην πάμε στους πολέμους που σκοτώνεστε μεταξύ σας οι άνθρωποι. Ας μην πάμε στις αρρώστιες που μόνοι σας δημιουργείτε, για να λιγοστέψετε, χωρίς να καταλαβαίνω το λόγο. Θα σου πω αυτό που συμβαίνει στη γειτονιά σου. Δεν κάνω κουτσομπολιό. Δίπλα σου δε μένει μια οικογένεια; Κι εσύ το ξέρεις πως έχουν προβλήματα. Σκοτώνονται, όχι με μαχαίρια και πιστόλια, αλλά με χαρτιά, για περιουσίες. Για τα σπίτια και τα χωράφια που τους άφησαν οι γονείς τους, μετά από χρόνων αγώνες και δουλειά. Λες και τους τα χρωστούσαν. Αδέλφια δε μιλιούνται και προσπαθούν να εξοντώσει ο ένας τον άλλο. Δε μου λες, αλήθεια; Όταν εσείς οι άνθρωποι παύετε να υπάρχετε, φεύγετε από τούτο τον μάταιο κόσμο, όπως λέτε, πεθαίνετε, βρε αδερφέ, παίρνετε μαζί σας και τα υπάρχοντά σας; Κουβαλάτε τα σπίτια, τα χωράφια, τα αυτοκίνητα, τα χρυσαφικά μαζί σας; Γιατί, συγγνώμη κιόλας, αλλά εμείς οι αράχνες, σε κάτι τέτοια εγκαταλελειμμένα σπίτια στήνουμε το σπιτικό μας. Έχεις δει τι όμορφα κεντίδια φτιάχνουμε πάνω και γύρω από έπιπλα, ασημικά, κάδρα και γωνίες; Ούτε η καλύτερη κεντίστρα σας δεν μπορεί, όχι να μας παραβγεί, αλλά ούτε και να μας αντιγράψει. Μένουν ακατοίκητα και τα παιδιά και τα εγγόνια τους τα εγκαταλείπουν, αφού κρατάνε για χρόνια αυτές οι διαμάχες. Για πες μου, λοιπόν, τώρα. Ποιος πρέπει να φοβάται ποιον. Εσύ εμένα, εμάς ή εμείς εσάς; Για να σου πω ακόμα μια πιο προχωρημένη σκέψη. Μήπως θα πρέπει να φοβάσαι περισσότερο τους ανθρώπους γύρω σου; Πίστεψέ με, αρκετοί, δυστυχώς, από αυτούς είναι πολύ βλαβεροί και πολύ πιο επικίνδυνοι. Μπορούν να σου δημιουργήσουν χειρότερες πληγές από κείνες που σου είχε δημιουργήσει το τσίμπημα εκείνης της αράχνης. Και το βλέπεις καθημερινά σ’ αυτό που λέτε τηλεόραση και στο άλλο, εκείνο με τη μικρή οθόνη, που γράφετε και διαβάζετε κιόλας. Αρκετά είπαμε, όμως, και νύχτωσε. Πρέπει να πας κι εσύ μέσα και να ξεκουραστώ κι εγώ λιγάκι. Μόνο ένα πράγμα, πριν καληνυχτιστούμε: Σκέψου λίγο όλα αυτά που σου είπα κι εύχομαι αύριο το πρωί που θα βγεις στην αυλή να πιείς τον καφέ σου, να μη με ψάχνεις με τρόμο, αλλά να μου πεις μια γλυκιά καλημέρα και σε μένα, όπως κάνεις με τα πουλιά…»

_
γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

Μου έκαναν την τιμή ο Κώστας Θερμογιάννης, ο Δήμος Χλωπτσιούδης και το τοβιβλίο.net να το δημοσιεύσουν -όπως και τα περισσότερα "κείμενά" μου- και αγαπητοί φίλοι να το σχολιάσουν, και τους ευχαριστώ όλους. 

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

Το πρώτο τίκι-τακ
Βρισκόμαστε στη δεκαετία του 60. Σ’ ένα μικτό εκπαιδευτικό συγκρότημα με Δημοτικό Σχολείο, εξατάξιο Γυμνάσιο, αλλά και οικοτροφείο, που φιλοξενούσε παιδιά των οποίων οι γονείς ή ήταν πολυάσχολοι ή έμεναν σε άλλη πόλη. Είναι η πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς και έχουν έρθει καινούρια παιδιά. Άλλα είναι φοβισμένα, άλλα δείχνουν πως δε νοιάζονται, ενώ οι παλαιότεροι προσπαθούν οι μεν μεγαλύτεροι να προστατέψουν τους μικρότερους και οι άλλοι που «πρέπει» να διατηρήσουν την υπεροχή τους στην κοινότητα αυτή.
Εκείνη – παλιά καραβάνα, μια και βρίσκεται εκεί τα δύο τελευταία χρόνια και απολαμβάνει την ιδιαίτερη φροντίδα των μεγαλυτέρων – κι εκείνος άρτι αφιχθείς για να μαθητεύσει στο Γυμνάσιο. Εκείνη στην ΣΤ’ του Δημοτικού, ένα ατίθασο πλάσμα, που παίζει περισσότερο με τα αγόρια, από βώλους μέχρι κλέφτες κι αστυνόμους και καμιά φορά μπλέκεται και σε καβγάδες για να υπερασπιστεί κάποιον αδύναμο. Δε φοβάται να χτυπηθεί ακόμα και με τις μικρές γροθιές της. Εκείνος, ένα όμορφο παλικαράκι, καστανόξανθο με γαλανά μάτια και με έκφραση με ολίγη από αυθάδεια, γνωρίζοντας πόσο αρέσει στα κορίτσια.
«Μαργαρίτα, ο Απόλλωνας σου ζητάει να τα φτιάξετε» της είπε μια φίλη της που πήγαινε κι εκείνη στην Α’ Γυμνασίου, μια μέρα στα τέλη του Οκτώβρη.
«Τι να φτιάξουμε;» απόρησε εκείνη, φτύνοντας την παλάμη της για να καθαρίσει τα αίματα από το γόνατό της, που μόλις είχε χτυπήσει στο σκάμμα.
«Δεν καταλαβαίνεις;» την κοίταξε με νόημα και της έδειξε τον υποψήφιο με νεύμα.
«Τι να καταλάβω; Αφού δεν κάνουμε παρέα και δε χαλάσαμε τίποτα. Τι να φτιάξουμε;» απορροφημένη η Μαργαρίτα στο άλμα που πηδούσε η Σπυριδούλα, η καλύτερη αθλήτρια του σχολείου.
«Βρε βλάκα, θέλει να γίνεις το κορίτσι του…»
«Χα, χα, χα!!! Τι να γίνω; Το κορίτσι του; Και γιατί να γίνω το δικό του; Φύγε τώρα, φύγε, ήρθε η σειρά μου να πηδήξω» είπε και τινάζοντας πίσω τα μαλλιά της που ήταν πιασμένα σε αλογοουρά, στάθηκε, έκλεισε τα μάτια, πήρε βαθειά ανάσα, πήρε φόρα και άρχισε να τρέχει…
Το άλμα της ήταν πολύ καλό. Είχε περάσει τη Σπυριδούλα πέντε ολόκληρους πόντους τούτη τη φορά! Τη Σπυριδούλα που ήταν και μεγαλύτερή της δύο χρόνια και που σε αυτή τους την αναμέτρηση – υπήρχαν και άλλες σε άλλα αγωνίσματα – είχαν μαζευτεί όλη, σχεδόν, η κοινότητα του συγκροτήματος και χειροκροτούσαν. Τα δύο κορίτσια αγκαλιάστηκαν και όταν ο γυμναστής τους είπε να ξεκουραστούν και να πάνε στα πολύζυγα, κοιτάχτηκαν πονηρά και χαρούμενα. Εκεί και οι δύο μεγαλουργούσαν, αλλά περισσότερο η μεγαλύτερη που είχε ένα λαστιχένιο σώμα. Ακόμα και τα δάχτυλα των χεριών της, σαν να μην είχαν κοκάλα, σαν να ήταν από πλαστελίνη. Σε αυτό υστερούσε η Μαργαρίτα, αλλά έκανε ό,τι μπορούσε να αντιγράφει τις ασκήσεις - εκτελέσεις της Σπυριδούλας. Πάλι χειροκροτήματα, επευφημίες, καραμέλες που τους μοίρασε ο γυμναστής για επιβράβευση, καθώς οι δύο «αθλήτριες» αγκαλιασμένες πήγαιναν τώρα η καθεμιά με τις φιλενάδες της…
Το βράδυ, λίγο πριν πάνε για ύπνο, η Δέσποινα – η «προξενήτρα» - ρώτησε πάλι τη Μαργαρίτα, τι να απαντήσει στον Απόλλωνα.
«Άσε με τώρα, νυστάζω. Αύριο θα τα πούμε» και γύρισε από την άλλη, πήρε το μαξιλάρι της αγκαλιά κι αποκοιμήθηκε.
Την άλλη μέρα το πρωί, πριν μπουν στις τάξεις τους, η Δέσποινα ξαναρώτησε τη Μαργαρίτα, αφού της είπε πως πολλά κορίτσια θα την ζήλευαν, μια και ο Απόλλωνας διάλεξε εκείνη. Σαν να περίμενε ν’ ακούσει αυτή την «πρόκληση», γύρισε και της είπε το «Ναι».
Από κείνη την ώρα κάτι άλλαξε σε αυτό το ατίθασο πλάσμα. Στα διαλείμματα, που μαζεύονταν όλα τα παιδιά στον τεράστιο αυλόγυρο του συγκροτήματος, έψαχνε το βλέμμα του, όπως κι εκείνος το δικό της. Σαν συναντιόνταν οι ματιές τους, ένοιωθε να καίγονται τα μάγουλά της, ντρεπόταν γι’ αυτό το πρωτόγνωρο που ένοιωθε. Άρχισε να προσέχει περισσότερο την εμφάνισή της. Αντί να φορά το καρό παντελόνι της με τη λουλουδάτη μπλούζα, φρόντιζε να φορά μια μονόχρωμη, για να είναι πιο «θηλυκό». Και στα παιχνίδια της με τα αγόρια, τώρα πια, προσπαθούσε να μη μαλώνει και να μην πιάνεται στα χέρια μαζί τους.
«Πάρε…» της είπε κρυφά η Δέσποινα μετά από δυο μέρες και της έχωσε στο χέρι ένα χαρτί από τετράδιο, χιλιοδιπλωμένο.
«Τι είναι αυτό;»
«Από τον Απόλλωνα για σένα. Μόνο πρόσεξε μη σου το πιάσει κανένας δάσκαλος» της είπε συνωμοτικά.
Η Μαργαρίτα, δίχως να χάσει καιρό, έτρεξε στις τουαλέτες, άνοιξε το χαρτί και διάβασε «Σ’ αγαπώ». Πεταλούδες και λαμπάκια έβλεπαν τα μάτια της. Η καρδιά της νόμιζε πως θα ξεφύγει από το στέρνο της, όταν άκουσε το κουδούνι που καλούσε να παιδιά να μπουν στις τάξεις τους. Τσαλάκωσε το χαρτί κι από το φόβο της, το έβαλε στο στόμα και άρχισε να το μασά…
Το μεσημέρι, την ώρα του φαγητού, τη ρώτησε η Δέσποινα αν είχε να της δώσει κάτι για τον Απόλλωνα.
«Τι να του δώσω, δηλαδή;»
«Δε θα του απαντήσεις σε αυτό που σου έστειλε; Αλήθεια, τι σου έγραφε;»
«Πως με αγαπάει!!!» είπε μ’ ένα φωτεινό χαμόγελο.
«Ωραία! Κι εσύ; Δε θα του απαντήσεις; Δε θα του πεις ότι τον αγαπάς κι εσύ;»
«Θα το σκεφτώ…»
Πέρασαν μέρες. Δεν ήξερε τι να κάνει. Δεν ήξερε τι ήταν αυτό που ένοιωθε. Έτσι είναι η αγάπη; Αυτό που βλέπουν στις ταινίες, όταν αγαπιούνται οι μεγάλοι, έτσι νοιώθουν; Όπως εκείνη όταν την κοιτάζει; Αν είναι έτσι, άρα κι εκείνη τον αγαπάει!!!
Κι έτσι άρχισαν να πηγαινοέρχονται τα ραβασάκια. Πότε της έγραφε πόσο όμορφη ήταν, άλλοτε την επιβράβευε για τις επιδόσεις της στη γυμναστική, μια άλλη φορά πως χάρηκε που κέρδισε στους βόλους ένα συμμαθητή της… Κι εκείνη του απαντούσε πως άκουγε τα κορίτσια να μιλάνε για 'κείνον με τα πιο κολακευτικά λόγια, πως άρεσε σε πολλές, μα εκείνη ήταν χαρούμενη και τυχερή, αφού εκείνος ήθελε εκείνη ανάμεσα σε τόσα και τόσο όμορφα κορίτσια…
Και το Πάσχα, μετά την Ανάσταση, εκεί, στο προαύλιο της εκκλησίας που ήταν μαζεμένα όλα τα παιδιά και ανταλλάσσανε φιλιά μαζί και με τους δασκάλους ή και τους συγγενείς τους, εκείνος έσκυψε και τη φίλησε στο μάγουλο! Η Μαργαρίτα δεν πρόλαβε ν’ ανταποδώσει. Είχε μείνει ακίνητη κι ένοιωθε το μάγουλό της να βγάζει φωτιές… Έτσι αποχαιρετίστηκαν για τις διακοπές και όταν άνοιξαν πάλι τα σχολεία, εκείνος της έστειλε πάλι ένα ραβασάκι, στο οποίο της έλεγε πόσο του είχε λείψει αυτές τις μέρες…
Πέρασε η χρονιά χωρίς να το καταλάβουν κι ο καθένας, όπως και όλα τα παιδιά, έφυγαν για τις καλοκαιρινές διακοπές τους. Η Μαργαρίτα ονειρευόταν την ημέρα που θα άνοιγαν τα σχολεία και θα έβλεπε ξανά τον Απόλλωνα. Θα του έλεγε, δι’ «αλληλογραφίας» πάντα, πόσο τον σκεφτόταν όλον αυτό τον καιρό και πόσο χαρούμενη ήταν που θα πήγαινε κι εκείνη στο γυμνάσιο και θα είχαν να μοιραστούν πολλά, όσο αφορά και στα μαθήματα και τους καθηγητές. Άρχισε να προσέχει περισσότερο την εμφάνισή της, ζήτησε από τη μητέρα της να της πάρει όμορφα ρούχα και παπούτσια, κορδέλες για τα μαλλιά, καινούρια τσάντα. Ήθελε όλα πάνω της να είναι τέλεια. Ήθελε να γίνει όμορφη, να αρέσει ακόμη περισσότερο στον Απόλλωνα.
Και η μέρα της έναρξης της σχολικής χρονιάς έφτασε. Η Μαργαρίτα από τις πρώτες βρέθηκε στο οικοτροφείο και περίμενε πότε θα έρθουν τα παιδιά από τις άλλες πόλεις. Και ήρθαν. Και ήρθε και ο Απόλλωνας. Και περίμενε η Μαργαρίτα τη ματιά του, αλλά εκείνος δεν είχε πια μάτια για κείνη, αλλά για κάποια άλλη, που ήταν από την ίδια πόλη. Για μέρες δεν ήθελε ούτε σχολείο να πάει, μήτε στην τραπεζαρία να κατέβει, όπου τρώγαν όλοι μαζί. Και δεν έφτανε η απόρριψη του Απόλλωνα, αλλά κι η Δέσποινα δεν έκανε πια παρέα μαζί της.
Της πήρε ένα μήνα για να πάρει την απόφαση πως έπρεπε να σταματήσει να ασχολείται πια μαζί του και να συνεχίσει το σχολείο και όλα όσα έκανε μέχρι την ημέρα που ο Απόλλωνας της ζήτησε να γίνει το κορίτσι του. Άρχισε να γίνεται πιο επιμελής και ιδιαίτερα στα μαθηματικά που τη βοηθούσαν στη λογική, και στα αγωνίσματα έδινε όλη της τη ζωή, όλη της τη ζωντάνια. Ο ανταγωνισμός με τη Σπυριδούλα συνεχιζόταν, αλλά πάντοτε πιάνονταν, άσχετα με το αποτέλεσμα, αγκαλιά και συνεννοούνταν ποια θα ήταν η επόμενη αναμέτρησή τους!
Τα χρόνια πέρασαν. Υπήρξαν και άλλα αγόρια που θέλησαν να είναι η Μαργαρίτα το κορίτσι τους, μα εκείνη, κρυφά μεν, δεν είχε μάτια για άλλον. Και όταν αποφοίτησε η Απόλλωνας από το εξατάξιο Γυμνάσιο κι έφυγε για να σπουδάσει, τότε εκείνη «απελευθερώθηκε», είχε μεγαλώσει κιόλας και είχε γίνει μια συμπαθητική κοπέλα, και δημιούργησε δεσμό μ’ ένα συμμαθητή της. Και αυτή η «ιστορία» έληξε «άδοξα», αφού γι’ αλλού ξεκίνησε εκείνος και γι’ αλλού η Μαργαρίτα.
Θα είχαν περάσει δέκα χρόνια περίπου, από την ημέρα που είχε γίνει η Μαργαρίτα το κορίτσι του Απόλλωνα, όταν συναντήθηκαν τυχαία σε μία συγκέντρωση του σχολείου τους. Εκείνη εργαζόταν σε μια μεγάλη εταιρία κι εκείνος, πέραν του ότι είχε τελειώσει τις σπουδές του – ηλεκτρολόγος-μηχανολόγος – είχε δική του επιχείρηση και είχε κάνει κι ένα καλό γάμο. Όλοι, τα τότε παιδιά, ήταν πολύ συγκινημένοι από τούτη τη συνάντηση και περισσότερο όσοι είχαν κάποιους εφηβικούς «δεσμούς». Υπήρξαν και ζευγάρια που ξεκίνησαν από τα «μικράτα» τους και τώρα ήταν παντρεμένοι κι ευτυχισμένοι.
«Θα κανονίσουμε να ξαναβρεθούμε;» ρώτησε ο Απόλλων τη Μαργαρίτα την ώρα που τη χαιρετούσε γιατί έπρεπε να φύγει.
«Ναι. Γιατί όχι…»
«Σύμφωνοι. Θα σε πάρω αύριο τηλέφωνο, για να συνεννοηθούμε…»
Πράγματι, την άλλη μέρα, μετά το σχόλασμά της, την περίμενε ο Απόλλωνας έξω από το γραφείο της για να πάνε για φαγητό. Κατευθύνθηκαν παραθαλάσσια, ανέλαβε εκείνος να μαντέψει τι θα της άρεσε, έφαγαν, ήπιαν, θυμήθηκαν το σχολείο τους, συμμαθητές και φίλους…
«Ξέρεις πώς σε αποκαλώ όλα αυτά τα χρόνια;» του είπε γελώντας, όταν είδε την απορία στα μάτια του, καθώς έπιναν τον καφέ τους δίπλα στο κύμα. «Το πρώτο τίκι τακ της καρδιάς μου!!!»
«Ξέρεις τι με εκπλήσσει σε σένα;» την κοίταξε κατάματα και της έπιασε τα δυο της χέρια στα δικά του. «Δεν έχεις αλλάξει καθόλου. Σαν χαρακτήρας εννοώ. Μιλάς καθαρά και σταράτα, χωρίς να σε νοιάζει και πολύ τι θα σκεφτεί ο άλλος.»
«Χαίρομαι. Προσπάθησα να διατηρήσω και να καλυτερέψω τον χαρακτήρα μου χωρίς να κάνω εκπτώσεις. Μπορεί να νομίζουν κάποιοι ότι είναι σε βάρος μου, εγώ νοιώθω, όμως, καλά με τον εαυτό μου κι αυτό μετράει περισσότερο απ’ όλα!»
Κι εκεί που κουβέντιαζαν για διάφορα και ο ήλιος είχε πάρει το δρόμο του για τη δύση, σκύβει στο αυτί της και της ψιθυρίζει:
«Και τώρα πού θέλεις να πάμε; Σε ξενοδοχείο ή στο σπίτι σου;»
Η Μαργαρίτα τον κοιτάζει σαστισμένη. Χθες ακόμα έμαθε πως ήταν παντρεμένος, από το μεσημέρι που είναι μαζί δεν αναφέρθηκε διόλου στο γάμο του και όταν εκείνη, βλέποντας πως οι ώρες περνούσαν –ευχάριστα μεν- τον ρώτησε μήπως δημιουργηθεί πρόβλημα στο σπίτι του, εννοώντας τη γυναίκα του, εκείνος της απάντησε πως δεν υπάρχει κανένα τέτοιο θέμα. Και τώρα; Τι κουβέντα ήταν αυτή που ξεστόμισε; Ποιος του έδωσε το δικαίωμα να την προσβάλει με αυτό τον τρόπο; Τι έπρεπε να κάνει;
«Άκου να σου πω και να σου ξεκαθαρίσω κάτι μια και για πάντα, Απόλλωνα. Το ότι είσαι το πρώτο τίκι τακ της καρδιάς μου, δε σημαίνει ότι είσαι και το τελευταίο. Μπορεί αυτή την περίοδο, όπως σου είπα, να μην έχω κάποια σχέση, αυτό, όμως, δε σημαίνει πως θα γίνω το τρίτο πρόσωπο! Γνωρίζοντας, λοιπόν, το χαρακτήρα μου, όπως είπαμε και πριν, δε θα έπρεπε ούτε καν να σκεφτείς να με προσβάλλεις με αυτό τον τρόπο. Τελικά, λυπάμαι που ξανασυναντηθήκαμε, λυπάμαι που δέχτηκα να περάσουμε όλες αυτές τις ώρες μαζί. Νόμιζα πως σου άρεσε η συντροφιά μου, που θυμηθήκαμε τα χρόνια τα παιδικά και της εφηβείας, αλλά εσύ από την αρχή, φαίνεται, πως είχες αλλού το νου σου…»
Σηκώθηκε, έβγαλε από την τσάντα της κάποια χρήματα, τα ακούμπησε στο τραπέζι και φεύγοντας του είπε:
«Αυτά είναι για να μην πεις ότι με τάισες και με πότισες. Αντίο, Απόλλωνα.» και έφυγε.
Ο Απόλλων έμεινε για ώρα στη θέση του, χωρίς να μπορέσει ν’ αρθρώσει λέξη και να καταλάβει τι του συνέβαινε. Πρώτη φορά στη ζωή του, γιατί είχε κατά καιρούς «εξωσυζυγικές κι επιπόλαιες» σχέσεις, του φέρθηκαν με αυτό τον τρόπο. Πώς μπόρεσε, αλήθεια, να σκεφτεί και να ξεστομίσει αυτή την κουβέντα στη Μαργαρίτα; Ήταν τυχερός που δεν του πέταξε ότι υπήρχε πάνω στο τραπέζι, να τον κάνει και ρεζίλι. Η αλήθεια είναι πως ήταν το απωθημένο του αυτό ο «κορίτσι» και με τη συμπεριφορά της αυτή θα εξακολουθούσε να είναι…

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014

Η φωτογραφία είναι κλεμμένη από έναν μοναδικό Άνθρωπο και Καλλιτέχνη, τη Γιούλα Ροζάκου, Φίλη σημαντική για μένα!!!

ΘΥΜΟΣ

Είμαι θυμωμένη. Πολύ θυμωμένη, θα έλεγα.
Ο λόγος;
Δεν είναι ένας. Είναι πολλοί. Και ξεκίνησε το ξεχύλισμα του δικού μου ποτηριού από τη σφαγή στη Γάζα. Και το έχουμε ξεχάσει… Δεν είναι τραγικό; Ναι, το έχουμε ξεχάσει. Τώρα ασχολούμαστε με τους Τζαχαντιστές που αποκεφαλίζουν μπροστά στην κάμερα. Να θυμηθούμε τι κάναμε κι εμείς στον Εμφύλιο; Πόσα κεφάλια κομμουνιστών -και όχι μόνο- φωτογραφίζονται μπροστά στους δήμιούς τους, με το χαμόγελο της επιτυχίας; Τότε δεν υπήρχε τηλεόραση. Υπήρχαν, όμως, οι φωτογραφικές μηχανές που απαθανατίζανε τις «επιτυχίες» τους και δε λένε ψέματα… Υπάρχουν και οι μαρτυρίες.
Κάτι άλλο, με το οποίο ασχολούνται τα δημοσιογραφάκια κι εμείς τα χαϊβάνια σπεύδουμε να «δούμε», είναι αυτό το: «Δείτε πώς έγινε…» ο Τάδε, «Δείτε πώς είναι σήμερα…» η Δείνα. Αλήθεια, αυτοί που προσπαθούν να μειώσουν, αυτό νομίζουν πως κάνουν, αυτά τα άτομα, γιατί πέρασε ο χρόνος από πάνω τους, έχουν δει τις δικές τους φωτογραφίες πώς ήταν πριν μία δεκαετία και πριν αρχίσουν να αρέσκονται στην έκχυση δηλητηρίου σε και για καθένα και καθετί;
Θυμώνω. Θυμώνω για το θάνατο -για να μην πω δολοφονία- των οπλιτών μας και την υποτιθέμενη ευαισθησία του ανύπαρκτου κράτους.
Θυμώνω με τη νέα σφαγή που «απολαμβάνουμε» από τις τηλεοράσεις μας, που τούτη τη φορά διαδραματίζεται στη Συρία.
Θυμώνω με όσους βρίζουν την Ελλάδα. Θυμώνω με αυτούς που έβαλαν το χεράκι τους -την ψήφο τους τόσων χρόνων- για να φτάσει η χώρα στη σημερινή κατάντια. Και έχουν και το θράσος να υπερθεματίζουν ΜΟΝΟ τα καλά που βλέπουν στις άλλες χώρες, ενώ, μερικοί απ’ αυτούς, ζουν ως μετανάστες σ’ αυτές, ό,τι ακριβώς επιδιώκανε οι «μεγάλοι» του πλανήτη. Με θυμώνουν όταν κάθονται και κρίνουν και κατακρίνουν τους Έλληνες εκ του ασφαλούς. Όταν, εξ απαλών ονύχων και με ύφος σαράντα καρδιναλίων, βρίζουν τους πολιτικούς της Ελλάδας, τις παρατάξεις που ψήφιζαν δηλαδή και έχοντας ήσυχη τη «συνείδησή» τους, αφού πια δεν ψηφίζουν. Όταν έχουν μεταναστεύσει σε χώρες εχθρικές προς την Ελλάδα και υποστηρίζουν, οικονομικά εννοείται και όχι μόνο, τα κράτη-μέλη που πολεμάνε τη χώρα τούτη. Υποστηρίζουν τις αγορές τους χωρίς ντροπή και μετά αναρωτιόνται γιατί τα παιδιά τους -και τα δικά τους, χαλάλι τους- γιατί τα δικά μας παιδιά υποχρεώνονται να μεταναστεύσουν κι εκείνα. Με θυμώνουν όλοι αυτοί οι επισφαλείς και σκεπτόμενοι -υποτίθεται- άνθρωποι και επονομαζόμενοι Έλληνες.
Ειλικρινά, σε τι διαφέρουν όλοι αυτοί από τους «απλούς» Γερμανούς που βρίζουν και φωνάζουν, γιατί αυτό τους έχουν πει οι ηγέτες τους, πως εκείνοι επωμίζονται να πληρώσουν τα χρέη και τα λάθη μας; Οι περισσότεροι από δαύτους έχουν το θράσος να εισπράττουν, από τη χώρα που απαξιώνουν και βρίζουν, σύνταξη. Μπορεί να μην είναι κάποιο ευκαταφρόνητο ποσό, αλλά δεν παύει να βγαίνει από τον δημόσιο κορβανά.
Ας αφήσω «αυτούς» κι ας πιάσω όσους βρίσκονται «ακόμα» εδώ. Αυτούς που, με τη δικαιολογία της φυγής των παιδιών τους, σκέφτονται να τα ακολουθήσουν για να ζήσουν καλύτερα. Και θα μου πει κάποιος εύλογα:
«Και είναι κακό να θέλεις μια καλύτερη ζωή;»
Εξαρτάται πώς εννοεί ο καθένας «το καλύτερο». Αν καλύτερη ζωή είναι να σηκώνεσαι αχάραγα ακόμα, ειδικά τους χειμερινούς μήνες με 2 μέτρα χιόνι, να διανύσεις μια σημαντική απόσταση για να πας στη δουλειά σου (τους νέους εννοώ και ρωτάω συγχρόνως τι δουλειά θα είναι αυτή), να σχολάς στις 6 το απόγεμα -σκοτεινά πια- και να θέλεις 2 ώρες περίπου για να φτάσεις σπίτι σου, να μαγειρέψεις, να φας, να πας για ύπνο, για να μπορέσεις να το επαναλαμβάνεις σε καθημερινή βάση και άντε, να έχεις και μια μέρα να ξεκουραστείς, στα σπίτια εκείνα που τα πάντα είναι κονσερβοποιημένα, τότε, συγγνώμη, αλλά ΔΕ θα πάρω.
Αυτός ο ιερός τόπος που λέγεται Ελλάδα, ακόμα και στο βαρύ χειμώνα σε αποζημιώνει με τον πανέμορφο κι ελπιδοφόρο ήλιο του, αφού σου χαϊδεύει τα μάγουλα σαν τη μάνα που καμαρώνει το βλαστάρι της, με την άρνηση του Έλληνα να μπει σ’ αυτό τον τρόπο ζωής που προσπαθούν να τον μαντρώσουν, και ΝΑΙ, με τις καφετέριες γεμάτες παιδιά, γεμάτες γέλια, πειράγματα και φωνές. Παιδιά που έκαναν κοπάνα από το σχολείο, φοιτητές που έχουν χρόνο για ένα και δύο και τρία καφεδάκια και ολίγο από τάβλι, παιδιά που -ανκαι ακολουθούν την ηλεκτρονική τεχνολογία- εξακολουθούν πεισματικά να κάνουν ΠΑΡΕΑ, να πιάνονται, να αγγίζονται, ακόμη και να μαλώνουν. Παιδιά και νέοι που προσπαθούν να αντιταχθούν και σε αυτούς, που με θυμώνουν επίσης, που έχουν επιτρέψει να φτάσει στο τελευταίο -μπορεί όχι ακόμα;- σκαλοπάτι η Παιδεία μας, γιατί οι ηγέτες του πλανήτη χρειάζονται εργάτες-ρομποτάκια και όχι μυαλά.
Χαίρομαι, όμως. Χαίρομαι που είμαι Ελληνίδα και που ζω σ’ αυτό τον ευλογημένο τόπο, στην Ελλάδα και που νοιώθω την ανάγκη να παραθέσω, έτσι για να θυμηθούμε ή και να μάθουμε την ετυμολογία αυτών των λέξεων-εννοιών.
«…Η ετυμολογία της λέξεως Έλλην προκαλεί μέχρι σήμερα συζητήσεις. Η επικρατέστερη άποψη είναι ότι προέρχεται από τους Σελλούς (< θ. σελ- = φωτίζω)… Άλλες απόψεις σχετίζουν το όνομα Έλλην με το θέμα ελλ- που σημαίνει ορεινός ή με τη λέξη ἔλλοψ που σημαίνει άφωνος, άφθογγος…» (Βικιπαίδεια»
«…Έλ λην και Ελ λας. Όπου Έλ είναι ο θεός Ήλιος και λας είναι η πέτρα (εξ ου και λατομείο) άρα Ελ –λας σημαίνει «η πέτρα των θεών» ή «ο θρόνος των θεών» ή Ελλάς είναι «ο γήινος τόπος που είναι κατοικία των θεών», και όχι μόν… Ελλάς μπορεί να είναι και «το υλικό σώμα εντός του οποίου κατοικεί το Φως…   
Συνοπτικά, η λέξη «Έλλην», σημαίνει «αυτός που (μπορεί και) βλέπει τον θεό». Αυτός δηλαδή του οποίου η υψηλή κραδασμική συχνότητα είναι ίδια μ’ εκείνη του Φωτός…(Παντολέων Φλωρόπουλος)»
Στην Ελλάδα που μου «φώλιασαν» οι Δάσκαλοι, που έρχονταν στην υπέροχη χώρα που ήταν μετανάστες οι γονείς μου και που γεννήθηκα και μεγάλωσα κι εγώ. Χαίρομαι τον ήλιο της Ελλάδας, αυτόν που ζηλεύουν όλοι οι λαοί, τις θάλασσες και τα νησιά της, τα βουνά και τις χαράδρες της. Χαίρομαι που ακόμα μπορώ να κυκλοφορώ στο δρόμο, χωρίς να κρύβω τα λεφτά στα παπούτσια και τις κάλτσες μου. Χαίρομαι που δεν είμαι ένα ακόμα καλοκουρδισμένο και προγραμματισμένο ρομπότ. Χαίρομαι όταν ακούω τις φωνές των παιδιών στο σχολείο, όταν περνούν σε παρέες έξω απ’ το σπίτι μου γελώντας, στο δρόμο και στις πλατείες.
Και θυμώνω πάλι, θυμώνω με τους γονείς που φορτώνουν τα παιδιά τους με «εξωσχολικές» ασχολίες. Βρε ανόητοι, θυμηθείτε τους εαυτούς σας σ’ αυτή την ηλικία. Θυμηθείτε πόσο θέλατε να παίξετε.
(Να 6 ώρες το σχολείο, να τα φροντιστήρια για τις ξένες γλώσσες, άντε κι έναν αθλητισμό στη μέση. Τρέχουν τα παιδιά να προλάβουν, τρέχουν κι οι γονείς να τα πάνε και να τα φέρουν. Και στο τέλος της μέρας αποκαμωμένοι, κάποιοι μπροστά στην τηλεόραση -οι μεγάλοι- και τα παιδιά μπρος στον υπολογιστή, που τις περισσότερες φορές τον χρησιμοποιούν για να επικοινωνήσουν.)
Εμπρός, λοιπόν, ας αφήσουμε στους άλλους την έλλειψη επικοινωνίας και το αμόκ της τεχνολογίας κι ας παραμείνουμε οι Αναρχικοί, αυτοί που αρνούνται να μπουν στο καλούπι. Ας θυμηθούμε τι μας δίδαξαν οι αρχαίοι, αλλά και οι νεότεροι προγονοί μας. Ας πετάξουμε στον Καιάδα τα λάθη τους κι ας κρατήσουμε τα θετικά τους, ακόμη κι εκείνα των γονιών μας. Ας αποδείξουμε στα παιδιά μας ότι είμαστε αντάξιοί τους. Ας τους δώσουμε αυτό που ΕΜΕΙΣ, με την ψήφο και το βόλεμά μας τόσων χρόνων, τους στερήσαμε. Ας ξεσηκωθούμε ΕΜΕΙΣ, για ν’ ανέβουμε και στα μάτια των παιδιών μας, βρε αδερφέ!!!
Κάποιος μου είπε πως οι επαναστάσεις, παγκόσμια, ξεκινάν από τους νεολαίους. Μα ο Κολοκοτρώνης κι ο Νικηταράς δεν ήταν νεολαίοι. Εκείνοι που έσπειραν κι εδραίωσαν την Αντίσταση στην Κατοχή, δεν ήταν νεολαίοι.
Αυτά είχα να σας πω για την ώρα κι εύχομαι να βρω κάποιους «τρελούς» και «ονειροπόλους», να μπορέσουμε να συμβαδίσουμε, για να βάλουμε κι εμείς έναν κόκκο της άμμου σ’ αυτό που φωνάζαμε παιδιά, όταν παίζαμε κρυφτό:
«Φτου, ξελευτερίααααααααα!!!!!»