Κυριακή 19 Ιουλίου 2015

Διάδρομοι... Άγγελοι...

Κατακαλόκαιρο. Ιούλιος μήνας. Το νοσοκομείο έχει εφημερία και κόσμος πάει κι έρχεται. Άνθρωποι κάθε ηλικίας και φύλλου. Εκφράσεις πόνου, αγωνίας, ανακούφισης και λύπης. Πότε-πότε, ευτυχώς σπάνια, ακούγεται και μία κραυγή. Κάποιοι υποβαστάζουν κάποια γυναίκα ή κάποιον άντρα και προσπαθούν να παρηγορήσουν, ενώ κι εκείνων τα μάτια έτοιμα να στάξουν αίμα…
Πώς μπορείς να μείνεις αδιάφορος στον πόνο του διπλανού σου, όσο κι αν πονάς κι εσύ; Όσο κι αν πονάς σαν ασθενής ή σαν συνοδός; Όσο κι αν εσύ βρίσκεσαι έξω από την πόρτα του χειρουργείου και κοιτάζεις κάθε δύο λεπτά το ρολόι σου, νομίζοντας πως έχουν περάσει ώρες; Κι είναι και άλλοι μαζί σου. Όχι δικοί σου, ξένοι. Που κι εκείνοι έχουν την ίδια αγωνία με σένα, την ίδια έκφραση. Ρωτούν τους διπλανούς, όσοι δεν κλείνονται στον εαυτό τους και στον πόνο του δικού τους ανθρώπου, μήπως έχει χαλάσει το ρολόι τους, γιατί οι δείκτες μένουν πεισματωμένοι και δεν προχωρούν. Και ανοίγει η πόρτα του χειρουργείου, πότε για να μπει ή να βγει κάποιος γιατρός -«Δεν είναι ο δικός μας» σκέφτονται- ή νοσοκόμος. Αχ, να μπορούσαν να τρυπήσουν τους τοίχους κι τις πόρτες με τη ματιά τους, να δουν πώς είναι το παιδί, η μάνα, ο πατέρας, ο αδελφός ή η αδελφή, ο φίλος ή η φίλη, το ταίρι τους. Ρωτούν με τα μάτια, μέχρι να δουν τον δικό τους νοσοκόμο και δειλά να προσπαθήσουν να μάθουν πώς είναι ο άνθρωπός τους. Και άθελά τους ακούν την ιστορία του καθενός, το μικρό ή μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο ασθενής τους και πότε παίρνουν δύναμη κι άλλοτε, χωρίς να το πολυκαταλαβαίνουν, δίνουν εκείνοι. Κι απέναντι από την πόρτα του χειρουργείου, η Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, όπου την ώρα του επισκεπτηρίου βλέπεις την ελπίδα στα μάτια ή βγαίνοντας, την απογοήτευση…
Ακόμα και στους θαλάμους, όπου οι νοσηλευόμενοι, άλλοι βρίσκονται στο στάδιο των εξετάσεων, άλλοι στο στάδιο της θεραπείας ή -και οι πιο τυχεροί- στο στάδιο της αποθεραπείας. Και στους διαδρόμους, εκεί που συναντούνται όλοι μαζί -ασθενείς, συνοδοί, γιατροί, νοσηλευτές- πάλι πρόσωπα με λογής-λογής συναισθήματα…
Σ’ αυτό το σκηνικό τους ισάξια πρωταγωνιστικούς ρόλους έχουν οι γιατροί και οι νοσηλευτές. Οι ομάδες αυτές των ανθρώπων, που το μόνο που μπορεί να κάνει ο καθένας μας είναι να υποκλιθεί στη γνώση τους, στην αγάπη τους για τον συνάνθρωπο, στο νοιάξιμο, και μάλιστα στη σημερινή Ελλάδα ή πιο σωστά στη σημερινή Αθήνα, γιατί, ΔΥΣΤΥΧΩΣ, πολλά σημεία της επαρχίας μας υστερούν τόσο από γιατρούς, όσο κι από νοσηλευτές.
Γιατροί, που τις περισσότερες φορές είναι ή προσπαθούν να είναι -άνθρωποι είναι κι αυτοί με όρια και αντοχές- με το χαμόγελο στα χείλη. Κι αν ακόμη δεν χαμογελούν, βλέπεις στα μάτια τους, στον τρόπο που κινούνται, στις χειρονομίες τους, τον αγώνα που κάνουν για τον συνάνθρωπό τους. Φυσικά, ξέρω, υπάρχουν κι οι εξαιρέσεις, αλλά ΕΥΤΥΧΩΣ, είναι εξαιρέσεις.
Το τραγικότητά τους αντιλαμβάνεσαι όταν χάνουν τη μάχη, όταν τον ασθενή τους κερδίζει η αντίπερα όχθη. Πέρα από την δική τους «ήττα», έρχεται και η ώρα ν’ αντιμετωπίσουν τη μάνα και τον πατέρα -το δυσκολότερο κομμάτι- το παιδί, τον αδελφό ή την αδελφή, το ταίρι που μένει μόνο του…
Δεν είναι καθόλου εύκολη η ζωή ενός γιατρού ή νοσηλευτή σ’ ένα δημόσιο νοσοκομείο, με τις εφημερίες -μπορεί να μπαίνουν Δευτέρα και να φεύγουν Τετάρτη ή και Πέμπτη ακόμα- και με όλα τα παρελκόμενα. Και το σπουδαιότερο: η αμοιβή τους, όποτε και αν την παίρνουν, ειδικά στις μέρες μας, να είναι τόσο μηδαμινή, μπροστά στο έργο που παράγουν…
Και οι νοσηλευτές, που κατά το πλείστον είναι νοσηλεύτριες… Τι να πει κανείς γι’ αυτά τα κορίτσια, γι’ αυτές τις γυναίκες, που αφήνουν πίσω τα δικά τους προσωπικά προβλήματα, όπως όλοι έχουμε, για ν’ ασχοληθούν με εκείνα των άλλων. Προσπαθούν με το χαμόγελο στα χείλη, να μάθουν και τα μικρά ονόματα τόσο των ασθενών όσο και των συνοδών, να τους κάνουν να νοιώσουν πιο οικεία και να προσπαθήσουν να τους απαλύνουν τον πόνο, το δάκρυ, τον φόβο…
Ξέρω, ξέρω, θα πείτε πως υπάρχουν κι εκείνες ή εκείνοι που δεν σκάει το χείλι τους. Αλήθεια, έχουμε σκεφτεί ποτέ, μήπως αυτό που εισπράττουν, αυτό κι επιστρέφουν πίσω;

Καλώς ή κακώς έχω επισκεφτεί πολλά νοσοκομεία, τόσο σαν ασθενής και σαν συνοδός, αλλά και σαν επισκέπτης. Ειλικρινά δεν ξέρω πώς θα μπορούσα ν’ αγκαλιάσω ΟΛΟΥΣ αυτούς τους ανθρώπους που στάθηκαν στο πλάι μου, που μου χάρισαν το νοιάξιμό τους, που μου πρόσφεραν απλόχερα το χαμόγελό τους, την καλή τους κουβέντα και τις γνώσεις τους. Θαρρώ, πως κι εκατομμυριούχος να ήμουν, δεν θα μου έφταναν για ν’ αποτείσω Φόρο Τιμής σ’ αυτούς τους Ανθρώπους!

Τρίτη 30 Ιουνίου 2015

Ο ΒΟΤΑΝΙΚΟΣ ΜΑΣ
Δε μας έφταναν όσα συμβαίνουν στη χώρα, είχαμε και τέτοια τερτίπια! Και όπως λέει κι ο πάνσοφος λαός μας: Τα είχαμε χύμα, μας ήρθαν και τσουβαλάτα.
Ένα-ένα, βρε παιδιά, δεν σας προλαβαίνω.
Ξαφνικά την Κυριακή είδαμε τοιχοκολλημένη στην περιοχή μας, και μάλιστα στην Αγίου Πολυκάρπου, τούτη την «καταγγελία» και κάποιοι και κάποιες που «υπηρετούν» τον Ναό ξεκολλούσαν με μανία.
«Όλα τα ’χει η Μαριωρή, ο φερετζές της λείπει», άλλη μία ρήση!
Τι μας έλειπε από την Αγίου Πολυκάρπου και μάλιστα 2-3 τετράγωνα από την Σπύρου Πάτση; Το ΠΑΖΑΡΙ!!!
Όταν ήρθα «παραμπαστή», όπως λένε στο χωριό μου, στον Βοτανικό το 1989, δίπλα στο πατρικό του κύρη μου ήταν ένα πανέμορφο φυτώριο. Περνούσες από την Αγίου Πολυκάρπου, στο ύψος της σημερινής ΕΘΕΛ κι ευφραίνονταν η όραση κι η όσφρησή σου. Αυτό ανήκε στον αείμνηστο Ιατρό Παθολόγο κι Επιμελητή στο Λαϊκό, Πέτρο Κοκόση. Αφήνοντας τούτη τη ζήση η «γιατρούλης» μας, κληροδότησε τούτο το κομμάτι της περιουσίας του στον Ι.Ν Αγίου Πολυκάρπου (κι ένα άλλο στον Δήμο Αθηναίων).
Για λόγους που δεν με αφορούν, το φυτώριο «διώχτηκε» και άλλαξε από τότε πολλούς νοικάρηδες, με νεότερους, τούτες τις μέρες, λέει, που εμφανίστηκαν από το Σωματείο Ρακοσυλλεκτών.
Δεν έχω, και δεν νομίζω να έχει κανείς κάτι εναντίον αυτών των ανθρώπων που προσπαθούν να βγάλουν το ψωμί τους. Και μάλιστα σε τόσο δύσκολη περίοδο. Αλλά όλοι ξέρουμε τι σημαίνει ένα παζάρι. Μεγάφωνα, ντουντούκες που διαλαλούν την πραμάτεια τους, καψουρολαϊκογυφτοτράγουδα, λογής-λογής κόσμο να καταφθάνει για να ψωνίσει ή και να χαζέψει, ένα σχετικό νταβαντούρι, για να μην χρησιμοποιήσω πιο βαριά λέξη.
Σκεφτείτε, λοιπόν, το μεγάφωνο του Ιερού Ναού, όπως γίνεται κάθε Κυριακή, να μεταδίδει τη Θεία Λειτουργία, τα «Κύριε Ελέησον», το Ευαγγέλιο, τα Άχραντα Μυστήρια από τη μια και από την άλλη την τσιριχτή φωνή της Πίτσας Κίτσας και τη βαριά κι ασήκωτη του Τάκη Μαμάκη με τις τελευταίες τους επιτυχίες και το «Έλα, πάρε, πάρε… Όλα μ’ ένα ευρώ… Έλα, έλα…» Και όπως γίνεται σε κάθε παζάρι, να οι υπαίθριες σουβλακερί, τα βρώμικα, τα λογής-λογής γκουρμέ εδέσματα και όλα τα παρελκόμενα που διαθέτει μια τέτοια «πολιτιστική εκδήλωση» Για να μην πω και τα μηχανάκια, τα αυτοκίνητα και τα φορτηγά που θα συναθροίζονται από τη μια κι από την άλλη η γιαγιά που με το ζόρι παίρνει τα βήματά της για να πάει στην εκκλησία την Κυριακή, να μην ξέρει από πού να περάσει.
Ε ρε Ένας Χριστός που μας χρειάζεται, με βούρδουλα τούτη τη φορά…
«Ο Ιησούς μπήκε στον ναό του Θεού κι έδιωξε όλους αυτούς που πουλούσαν και αγόραζαν στο χώρο του ναού, και αναποδογύρισε τα τραπέζια των αργυραμοιβών και τα καθίσματα αυτών που πουλούσαν περιστέρια (Ματθαίος 21:12).»
Και θα μου πείτε: Μα το παζάρι δεν είναι στον περιαύλιο χώρο του Ι.Ν Αγίου Πολυκάρπου. Και θα σας απαντήσω: Δέκα βήματα είναι, μετρημένα!
Ρε παιδιά, εσείς του Δήμου Αθηναίων και μάλιστα του 3ου Διαμερίσματος και δη της περιοχής Βοτανικού,  γιατί έχετε βαλθεί να υποβαθμίσετε τόοοοσο πολύ την περιοχή;  Ποιος σας έδωσε αυτό το δικαίωμα; Τι έχετε να κερδίσετε; Έχετε δει πως η περιοχή δεν φωτίζεται; Έχετε ακούσει πως η Σπύρου Πάτση από την Ιερά Οδό και μέχρι την Ορφέως κατοικείται από Τούρκους; Θυμάστε το άρθρο του «αξιαγάπητου» κυρίου Θεοδωράκη, ναι, αυτού του Ποταμιού, που έλεγε πως τα αδέσποτα σκυλιά κυνηγούν όσους περνούν από την Αγίου Πολυκάρπου; Δυστυχώς δεν μπορώ να βρω το απόκομμα, αλλά υπάρχουν και διάφορα άλλα «ρεπορτάζ αξιόλογων» δημοσιογράφων που μπορείτε να βρείτε στο διαδίκτυο (The Truth «Οι Βρωμά και ο Βρώμικος Βοτανικός»  05.09.2011 ή Το Βήμα Κοινωνία του Δ.ΓΑΛΑΝΗ «Η Μαφία του χαλκού Τοξική Βόμβα στο Βοτανικό» 04.09.2011 και άλλα δημοσιεύματα)
Θέλετε να μας εξηγήσετε, αξιαγάπητοι κι εκλεγμένοι φίλοι, ΓΙΑΤΙ τόση απαξίωση σε μια ιστορική περιοχή, μόλις 1700 μέτρα από την Ακρόπολη και δίπλα στην Ιερά Οδό, την αρχαιότερη οδό απ’ όπου περνούσαν όπως έχω γράψει παλαιότερα και υπάρχει στο
blog «Ζωή»:

«…Διασχίζεται από τον επίσης αρχαιότερο δρόμο, την Ιερά Οδό. Η πομπή, με τα άρματα και τα ρωμαλέα παλληκάρια που συνόδευαν στα Παναθήναια τις παρθένες με το αραχνοΰφαντο πέπλο της θεάς Αθηνάς, περνούσε από αυτή την Οδό. Εδώ ξαπόστασε και ο Απόστολος Παύλος όταν ήρθε στην Ελλάδα να διδάξει τον Χριστιανισμό.
Αυτά, για όσους αγνοούν ή θέλουν να αγνοούν την ιστορία…»

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015

Για την Μάννα
Μάννα. Μια λέξη μαγική. Μια λέξη τόσο συμμετρική και εύηχη. Δύο άλφα και δύο «μαλακά» σύμφωνα. Το μι, το πρώτο σύμφωνο που αρθρώνουμε από την βρεφική ηλικία και το ένρινο νι -διπλό- που μοιάζει σαν να βγαίνει απ’ την ψυχή.
Νοιώθω ευλογημένη και γι’ αυτό Σ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ, Μάννα!!!
Ευλογήθηκα από Εκείνον να είμαι κοντά σου μέχρι το τέλος. Ευλογήθηκα να σου κρατώ το χέρι, μέχρι να έρθει ο Άγγελός σου να σε πάρει. Ευλογήθηκα να παίρνω καθημερινά την ευχή σου, αλλά μου έκανες και το τελευταίο σου δώρο: την ύστατη πνοή σου. Όσο σε στερήθηκα στα μικράτα μου, τόσο σε «χόρτασα» μεγάλη. Η μάννα ποτέ δεν χορταίνεται, γιατί και γέρος να είσαι, πάλι «Ωχ, μάννα μου» θα πεις.
Σε σένα χρωστάω την ύπαρξή μου. Σε σένα χρωστάω αυτό που είμαι σήμερα. Εσύ, ο πατέρας και η μαμά-Βέρα με κάνατε τον άνθρωπο που είμαι. Δεν μπορώ να σας μοιράσω τα εύσημα ή τα άσχημα. Κάτι πήρα από τον ένα, λίγο από την μία και λίγο από την άλλη, ιδού το δημιούργημά σας. Και οι δύο μανάδες, σαν σε συντονισμό, η μία έσπερνε κι η άλλη καλλιεργούσε!
Σ’ ευχαριστώ, μάννα, που μου έμαθες τι θα πει αφοσίωση. Αυτή σου η αφοσίωση στην μετεφηβική μου ηλικία με είχε θυμώσει, αλλά, μεγαλώνοντας, κατάλαβα πόσο σημαντική είναι. Μ’ έμαθες να είμαι δυνατή, μ’ έμαθες να έχω υπομονή, μ’ έμαθες ν’ αγαπάω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου, μ’ έμαθες…, μ’ έμαθες… Αλήθεια, πόσα μ’ έμαθες και σου χρωστάω… Σου χρωστάω πολλά, που δεν αρκούν δύο ζωές για να σου τα ξεπληρώσω. Ακόμα και με το φευγιό σου μου έμαθες τόσα…
Κάποτε είχα διαβάσει πως όταν γεννιέται ο άνθρωπος, κλαίει γιατί πονά -κάτι που σαν βρέφη δεν κρατάμε στη μνήμη- και πως τον ίδιο πόνο βιώνει και όταν φεύγει. Άλλοτε ο πόνος αυτός, ο τελευταίος, είναι στιγμιαίος και οξύς κι άλλοτε γίνεται σταδιακά και βασανιστικά, μ’ ένα πήγαινε-έλα στη γνώση και την άγνοια. Κι εσύ, ακόμα και τούτες τις ώρες, μου έδειξες τη δύναμη, την αθόρυβη δύναμη που έκρυβες επιμελημένα όλα αυτά τα χρόνια. Κονταροχτυπήθηκες παλληκαρίσια με τον χάροντα, που σε κέρδισε τελικά σε μια άνιση μάχη, αφού εκείνος, αιώνες τώρα, παραμένει αγέραστος και σφριγηλός κι εσύ κουβαλούσες 9 δεκαετίες στην πλάτη.
Ευλογημένοι όσοι φεύγουν από τούτη τη ζήση με μιαν ανάσα, όπως ο πατέρας. Μα πιο ευλογημένοι αυτοί που ζουν πλάι σ’ εκείνον που παλεύει να φύγει ή να κρατηθεί. Μόνο τούτες τις ώρες μπορεί να καταλάβει ο άνθρωπος το μεγαλείο της ζωής.
Να κάθεσαι κοντά του, να του κρατάς το χέρι, να του λες λόγια αγάπης, να τον προτρέπεις να φύγει για ν’ αναπαυθεί. Να ξέρεις ότι νοιώθει την παρουσία σου, την αγάπη σου… Να νοιώθει πως ό,τι πρόσφερε κι εκείνος στο διάβα του, του αναγνωρίστηκε. Ν’ ακούς τον επιθανάτιο ρόγχο, να θες να φωνάξεις, να θες να κλάψεις, να θέλεις, ακόμα και να θυμώσεις, αλλά να σφίγγεις τα δόντια και να βγάζεις μόνο αγάπη από μέσα σου, αγάπη και φροντίδα…
Από τα 10 σου χρόνια που ορφάνεψες από πατέρα, ήσουν το παιδί που δεν ήθελε να στενοχωρεί κανένα. Προσπαθούσες να περνάς απαρατήρητη. Στον γάμο σου στάθηκες βράχος γρανιτένιος, αφού κατόρθωσες να δαμάσεις, κυριολεκτικά, αυτό το πλάσμα που λεγόταν Φωκίων. Στα παιδιά σου στάθηκες η μάννα που αγωνιούσε να υπάρχουν ισορροπίες. Στα αδέλφια, στους συγγενείς, μα και στους φίλους, βρισκόσουν πάντα εκεί που σε είχαν ανάγκη. Και πάντοτε με έναν καλό λόγο για τον καθένα κι εκείνο το καλοσυνάτο κι από καρδιάς χαμόγελο.
Έχω περάσει τα 60 και δεν σ’ έχω ακούσει ούτε μία φορά να πεις κακή κουβέντα για κανένα. Ακόμα και για κείνους που σε πόνεσαν, εκείνους που σε πλήγωσαν, δεν είχες να πεις κακό λόγο. Το πολύ-πολύ να εκφράσεις κάποιο παράπονο, τίποτα παραπάνω.
Τα τελευταία 20 χρόνια που ζήσαμε μαζί ουσιαστικά και κάτω από την ίδια στέγη, μετά που έφυγε ο πατέρας, στάθηκες και πάλι γρανιτένιος βράχος δίπλα μας. Πικράθηκες, χωρίς να πικράνεις κανένα. Αντίθετα, με κείνο το καλοσυνάτο χαμόγελό σου κέρδισες όσους σε γνώρισαν. «Η Κυρία Μαρία», η «γιαγιούλα» όλων.
Φίλοι κι οι γνωστοί μου εύχονται να σε θυμάμαι και να θυμάμαι τις καλές στιγμές. Ψάχνω να βρω κακές στιγμές μαζί σου, μα δεν τις βρίσκω πουθενά. Στ’ αυτιά μου ηχούν οι ευχές σου και στα μάτια μου βλέπω εκείνο το χαμόγελό σου.
Ανάγκη σε είχαμε. Ανάγκη δεν μας είχες. Ο Φωκίων σου οικονομικά σε είχε τακτοποιήσει κι έτσι, ακόμα και γι’ αυτό σου ταξίδι, το μόνο που μας επιβάρυνες -η καθημερινή σου αγωνία- είναι ο πόνος του φευγιού σου, η απουσία σου. Ξαφνικά άδειασε η καρέκλα και το κρεβάτι σου και όταν φεύγουμε από το σπίτι, δεν υπάρχει κανείς να μας πει: Στο καλό, παιδί μου. Στο καλό και με την ευχή μου…
Ξέρω, ακούγεται εγωιστικό όλο αυτό για μιαν ενεννηντάχρονη, όταν υπάρχουν παιδιά που ή δεν πρόλαβαν να γνωρίσουν την μάννα ή ορφάνεψαν σε τρυφερή ηλικία. Τα νεκροταφεία είναι γεμάτα τάφους παιδιών, νέων και νεαρών. Ας μου το συγχωρήσουν οι συγγενείς, αλλά ΟΦΕΙΛΑ δυο λόγια και για τούτη τη σπουδαία γυναίκα, για τούτη τη μάννα, που είχα την ευλογία και την τύχη να είναι η δική μου ΜΑΝΝΑ!!!
Κράτα τον παππού ζωντανό
Αναρτήθηκε στο "τοβιβλίο.net" 20.01.2015
Ξεκίνησα να γράφω τον λόγο που ήθελα να κρατήσω τον παππού ζωντανό. Σκέφτηκα πως είναι ο μόνος, μη λέω και υπερβολές, αλλά συμβάλλει κι εκείνος, που μπορεί να βοηθήσει οικονομικά. Σπουδαίο γεγονός η σύνταξη του παππού! Πετσοκομμένη, αλλά σημαντική! Είναι ένα βοήθημα στην οικογένεια του 2014. Και τι ζητάει ο δόλιος; Ένα πιάτο φαΐ, λίγη κουβέντα, λίγη αγάπη και φροντίδα και όλα τέλεια. Και μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει, να η σύνταξη να πληρώσουμε τα κοινόχρηστα ή να «τσοντάρουμε» στο ρεύμα! Ε, και λίγο χαρτζιλίκι στον καθένα μας! Δεν είναι και κανένα υπέρογκο ποσό, αλλά ένα πεντακοσάρικο το μήνα, δεν μας κακοπέφτει! Λίγα από δω, λίγα από κει, να η ακρίβεια, να η τετράωρη απασχόληση, κάτι κάνει κι ο παππούς!
Έτσι είπα να ξεκινήσω, χαριτολογώντας, τάχα μου – τάχα μου, με μπόλικη αλήθεια, πολλή πίκρα και μεγάλη αγανάκτηση. Μα για μένα ο παππούς δεν είναι η σύνταξή του. Για μένα ο παππούς είναι ένας ολόκληρος κόσμος. Ένας κόσμος με ιστορίες, γεγονότα, αγάπες και αγώνες.
Πάντα μου άρεσε να τον ακούω, ακόμα και τώρα που ζει στον δικό του υπέροχο κόσμο. Από τότε που έφυγε η γιαγιά κι έμεινε μονάχος, όπως έλεγε κι ας ήμαστε όλοι γύρω του, μέρα με τη μέρα αποφάσιζε να απομακρύνεται…
Θυμάμαι όταν διάβαζα, που ήθελε να τα λέω φωναχτά, ειδικά την ιστορία.
- Δεν ντρέπονται να γράφουν ψέματα; Δεν ντρέπονται να σας μαθαίνουν τη μισή αλήθεια; Θυμάσαι τότε στο δημοτικό που παίξατε το Μεγάλο Τσίρκο του Καμπανέλλη; Αυτή είναι η πραγματική ιστορία μας. Εκεί, με δύο λόγια -που λέει ο λόγος- αυτός ο μεγάλος συγγραφέας και άνθρωπος, παρουσιάζει γλαφυρά την ελληνική ιστορία.
- Παππού, ξέρεις πως από τότε άρχισε να μου αρέσει αυτό το μάθημα;
- Άκουσε, παλληκάρι μου. Η ιστορία ενός τόπου δεν είναι ένα απλό μάθημα, αλλά μάθημα ζωής. Όποιος δεν ξέρει την ιστορία του τόπου του, δεν ανήκει σε αυτόν τον τόπο, μήτε σε κανέναν άλλο. Δεν ανήκει πουθενά. Κι αν, μέχρι να φτάσει στην ηλικία μου, δεν προσπαθήσει να πλουτίσει τις γνώσεις του με την ιστορία, τότε απλά πέρασε από τούτη τη ζωή, όπως ένα κουνούπι… Όταν μαθαίνουμε μια ιστορία, αυτόματα βλέπουμε τα λάθη που έχουν γίνει για να τα αποφύγουμε ή τα σωστά, για να τα επαναλάβουμε. Τόσο απλά.
Του άρεσε να μιλάει για την δική του εποχή. Παιδί αμούστακο ήταν όταν μπήκε στην Αντίσταση και μετέφερε «ραβασάκια», όπως μου τα έλεγε. Ενήλικας πέρασε κι από την Μακρόνησο, όπου γνώρισε σημαντικούς ανθρώπους. Στην Αντίσταση γνώρισε την πρώτη του αγάπη, που δεν άντεξε στις κακουχίες κι έφυγε νωρίς απ’ τη ζωή. Μετά γνώρισε την γιαγιά, που την ήξερε κι εκείνη από την «αμαρτωλή» δράση του, του στάθηκε στον μισεμό της Έλενας, όπως έλεγαν την κοπέλα. Η γιαγιά τον αγαπούσε κρυφά και δεν είχε μάτια για άλλον. Και με τον καιρό την αγάπησε κι εκείνος. Κυνηγήθηκαν αρκετά, αλλά κατάφεραν να γίνουν σωστοί γονείς και πιο σωστοί παππούδες! Δούλεψαν σκληρά. Τα χέρια και των δύο ήταν ροζιασμένα, μα τόσο απαλά όταν με χάιδευαν!
- Τα ιδανικά είναι τα άρματά σου, όπως και οι γνώσεις σου. Αυτό να μην το ξεχάσεις ποτέ. Και τα ιδανικά δεν δέχονται εκπτώσεις. Μπορεί αυτοί που βρίσκονται στις κεφαλές να μην είναι και ό,τι καλύτερο, αλλά τα πιστεύω μας δεν τα ξεπουλάμε ποτέ. Και να θυμάσαι τούτο: όλα μπορούν να σου τα κλέψουν. Όλα. Εκτός από την γνώση και τα πιστεύω σου.
Αυτές ήταν οι κουβέντες της γιαγιάς, όταν γύριζα από το σχολείο και μέχρι να έρθουν οι γονείς μου να πάμε σπίτι. Μου έβαζε να φάω και μου έλεγε ιστορίες. Ήταν από τα παιδιά της Μικρασίας, όπως συνήθιζε να λέει. Από κείνους που δεν έχουν πατρίδα, γιατί όταν ήρθαν, όπως ήρθαν, στην Ελλάδα, δεν τους ήθελε κανείς κοντά του κι ας ήταν πολύ πιο μορφωμένοι.
- Αχ γιαβρί μου, και να ήξερες πόσες ταλαιπωρίες και προδοσίες γευτήκαμε… Μας ξεπούλησαν οι μεγάλοι τούτης της χώρας, αλλά και των μεγάλων δυνάμεων. Τα συμφωνήσανε μεταξύ τους και δε νοιάστηκε κανείς τι θ’ απογίνουμε τόσες φαμελιές, τόσοι κόποι, τόσες περιουσίες. Ακόμα και τους Έλληνες, Ελλαδίτες στρατιώτες εγκατέλειψαν στο έλεός τους και στο έλεος των Τούρκων, της πείνας και της κακουχίας. Βυζανιάρικο ήμουν, όταν με κίνδυνο της ίδιας της ζωής της η μάνα μου μπόρεσε να μπει στη βάρκα, ένα καρυδότσουφλο έλεγε, για να γλυτώσει με άλλες γυναίκες και παιδιά, να περάσουμε απέναντι, στη Μυτιλήνη κι από κει στον Πειραιά. Ντροπή κι εξευτελισμούς δεχθήκαμε. Τον πατέρα μου δεν τον ξαναείδαμε, όπως και πολλούς άντρες τότε… Κάθε οικογένεια είχε και κάποιον να θρηνήσει. Τα καταφέραμε, όμως. Ίσως αυτή ήταν κι η αιτία που με τον παππού σου δεν μπορούσε τίποτα να μας λυγίσει. Παλιές καραβάνες στους αγώνες και στην επιβίωση!
Όταν μου μιλούσε η γιαγιά για κείνα τα χρόνια και όπως της τα διηγούταν η μητέρα της, αλλά και τις ιστορίες από άλλες γυναίκες, που έρχονταν κάποιες από το Αϊβαλί, άλλες από την Τραπεζούντα, την Έφεσο, το Αϊδίνι και αλλού, δάκρυζε και το πρόσωπό της σαν να το έκαιγαν πύρινες γλώσσες. Με συνέπαιρνε με όλα αυτά και τις περισσότερες φορές όταν ήμαστε μόνοι μας. Δεν ήθελε να πικραίνει τον παππού, μου έλεγε, όταν έκοβε μεμιάς την κουβέντα της, σαν παρουσιαζόταν εκείνος.
- Τι κάθεσαι και λες του παιδιού; Είναι μωρό ακόμα…
- Δεν κάνει κακό να μαθαίνει. Κάποτε, κάπου, μπορεί να του χρειαστούν. Να ξέρει, κιόλας, από πού κρατά κι η σκούφια του.
- Ξέρει και πολύ καλά, μάλιστα! Γιαννιώτης είναι και Γιαννιώτης θα μείνει!
- Ναι, αλλά έχει και φλέβα χρυσού! Εσείς το ασήμι κι εμείς το χρυσό!
- Μα είναι μικρός ακόμα. Έχει καιρό γι αυτά…
Κι ας ήμουν στην εφηβεία… Εκείνος προσπαθούσε να μου μάθει να αγαπάω τα γράμματα και τις γυναίκες.
- Να θυμάσαι, όπως το έχω πει και στον πατέρα σου, πως την γυναίκα δεν την χτυπάμε ούτε με τριαντάφυλλο. Την αγαπάμε και την θαυμάζουμε, γιατί αυτή είναι η δημιουργία. Αυτήν έχει προικίσει η φύση με την μήτρα. Αυτή φέρνει την νέα ζωή. Αυτή κουβαλάει το μέλλον…
Και όταν τελείωνα το γυμνάσιο, λίγο πριν φύγει η γιαγιά, με ξεμονάχιαζε και με ρωτούσε όλο νόημα:
- Υπάρχει καμιά κοπελίτσα που σου αρέσει; Είναι όμορφη; Διαβάζει; Έχει μυαλό ή μόνο καθρέφτη; Μακριά από όσες έχουν μόνο καθρέφτη. Είναι άδειες. Δεν κάνουν για σένα…
Πόσα μου έλεγε… Και τώρα, κάθεται εκεί, ασάλευτος, με το βλέμμα χαμένο, στην αγαπημένη του θέση, συνήθως στην μικρή αυλή του. Μένουμε τώρα μαζί, στο πατρικό σπίτι. Και αυτό, γιατί ο γιατρός είχε πει στον πατέρα μου, δύο χρόνια μετά που έφυγε η γιαγιά κι ο παππούς άρχισε να «χάνεται», πως θα ήταν καλύτερα να μην αλλάξει περιβάλλον. Είχε αρχίσει σιγά-σιγά να παρουσιάζει απώλεια μνήμης και να πετάγεται τη νύχτα με φωνές, μουσκεμένος στον ιδρώτα κι «ετοιμοπόλεμος».
Για μένα ο παππούς είναι όλος ο κόσμος, όλη η ιστορία, όλη μου η γνώση…

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014


Ο γέρος στο παράθυρο

Πόσα χρόνια… Πόσα όνειρα… Πόσοι αγώνες…
Και κατάφερες να «γεράσεις».
Χαρές και λύπες, δώρα και απαξιώσεις, γέλια και δάκρυα, επιτεύξεις και απογοητεύσεις, αγάπες και μνήμες, λησμονιές και θύμησες,
όλα εναλλάσσονταν όπως η ώρα τη μέρα, η μέρα τη νύχτα, η βδομάδα τον μήνα, ο μήνας τον χρόνο κι ο χρόνος τα χρόνια…
Και τώρα στέκεσαι εκεί, στο ξεχαρβαλωμένο, για τους άλλους, παράθυρο, μα για σένα κρύβει από όλους το κονάκι σου, τη ζωή σου, τον πόνο και την πίκρα σου. Πού πήγαν όλοι και σ’ αφήσανε μόνο; Πού πήγε η πατρογονική σου οικογένεια; Και η άλλη, που με τόσο πόνο και αίμα έστησες; Πού πήγαν τα παιδιά, που τα κρατούσες από το χέρι, το πνευματικό και μοναδικό εκείνο χέρι σου και με τα οποία περνοδιάβαινες τη ζωή με τη σοφία που κρύβουν τα νιάτα; Πού πήγαν όλοι εκείνοι που τους χάρισες απλόχερα τη φιλία σου; Πού είναι όλοι όσοι «ευεργετήθηκαν» από τη δοτικότητά σου;
Όλα αυτά τα έχεις κλειδαμπαρώσει μέσα στην καμαρούλα σου, την φτωχική για τους άλλους, μα τόσο πλούσια για σένα. Γεμάτη φωτογραφίες, γράμματα, αφιερώσεις, βιβλία και πάλι βιβλία, χαρτιά χειρόγραφα τακτοποιημένα σε φακέλους, καθένας με τη θεματολογία του, τακτοποιημένοι στο σεντούκι που χάσκει ορθάνοιχτο, έτοιμο να δεχθεί τα νέα σου γραφήματα, τις τόσο πολύτιμες σκέψεις σου για το πριν, το σήμερα, το αύριο. Λέξεις που παίρνουν σάρκα και οστά, εικόνες, γεύσεις και μυρωδιές. Κι όλα αυτά πίσω από τούτο το παράθυρο…
Το σκηνικό συμπληρώνει ένα κρεβάτι, ένα μικρό τραπέζι με δυο ξύλινες καρέκλες, την πολυθρόνα σου, μια μικρή κουζίνα κι ένα μικρό ψυγείο, ένα μικρό διάδρομο και μια μικρή τουαλέτα. Όλα μικρά, πεντακάθαρα και τακτοποιημένα. Ακόμη και οι ντενεκέδες που φιλοξενούν τους βασιλικούς σου. Και από πίσω η, επίσης, μικρή αυλή που βλέπει στη θάλασσα. Κι εκεί έχεις φυτέψει με τα δικά σου χέρια τις βελούδινες κόκκινες, σαν αίμα, τριανταφυλλιές με το μεθυστικό τους άρωμα και τον κήπο με τα «απαραίτητα» για τη «επαρκή» διατροφή σου… Κάπου εκεί, στη μέση, σχεδόν, στέκεται μια γηραλέα ελιά για «το λαδάκι» σου, όπως λες χρόνια τώρα. Κι ένα ξύλινο τραπέζι με δύο πάνινες πολυθρόνες, για ν’ αγναντεύεις τη θάλασσα, μήπως και σου φέρει κάποιον ή κάποια να μοιραστείς τις σκέψεις, την αγάπη, τον έρωτά σου για την ίδια τη ζωή…

Κρατήσου, γέρο μου, κρατήσου, αγαπημένε μου Δάσκαλε. Όπου να ’ναι φτάνω, να σου φιλήσω τα χέρια, να σου αφιερώσω το βραβείο μου, να σου αφιερώσω όλα όσα εσύ τόσο απλόχερα μου χάρισες!!! Κρατήσου κι έφτασα…

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2014


Γεννιέσαι και γεννάς

Γεννιέσαι με πόνο και κάνεις το πρώτο σου κλάμα. Οι επιστήμονες λένε πως πονάς κι εσύ σαν σπρώχνεις για να βγεις από την μήτρα που σε φιλοξενεί, σε προστατεύει και σε θρέφει για εννέα ολόκληρους μήνες. Πονάς κι όταν έρχεσαι σ’ επαφή με τον έξω κόσμο. Σε πονά το οξυγόνο που είσαι αναγκασμένος να εισπνεύσεις μόνος σου, σε πονά το φως που αντικρίζεις, σε πονούν οι ήχοι που δεν φιλτράρονται πια. Και αρχίζεις να βυζαίνεις και μετά άλλοι πόνοι που πρέπει να λειτουργήσουν όλα τα όργανα. Κι έρχονται οι πόνοι της οδοντοφυΐας, το μπουσούλημα, το περπάτημα, το τρέξιμο, μέχρι που πονάς και στο πρώτο σου καρδιοχτύπι, στο πρώτο σου ερωτικό σκίρτημα. Έχεις ματώσει χέρια και πόδια στην παιδική σου ηλικία και αρχίζεις να ματώνεις στην καρδιά και στην ψυχή σαν αρχίσει να λειτουργεί η γνώση και η συνείδηση, τα θέλω και τα πρέπει, τα πώς και τα γιατί.
Και φτάνει η ευλογημένη ώρα να γίνεις εσύ γονιός. Άλλοι πόνοι. Πάλι ο πόνος της γέννας, αλλά από την πλευρά της μήτρας. Πάλι κλάματα, αλλά με δάκρυα ευγνωμοσύνης, χαράς και ευτυχίας. Και πονάς με τους πόνους του παιδιού σου, θυμώνεις που δεν μπορείς να τους πάρεις εσύ, ματώνεις στο πρώτο του χτύπημα, μόνο που η δική σου πληγή δεν φαίνεται. Και μαζί με τις δικές σου, προσωπικές αγωνίες της επιβίωσης και της ευθύνης, της ίδιας της ζωής, παίρνεις παραμάσχαλα και αγκαλιά τις αγωνίες του παιδιού σου. Κάνεις ό,τι μπορείς για να το προστατεύσεις καθημερινά, δίνεις τις γνώσεις, τις εμπειρίες, την όποια σοφία μπορεί να έχεις, δίνεις ό,τι καλύτερο έχεις στην ψυχή σου, για να το δεις έναν καλό, ευγενικό, χρήσιμο, ολοκληρωμένο άνθρωπο και ευτυχισμένο άνθρωπο. Αυτή του η ευτυχία είναι το μοναδικό σου μέλημα από την ώρα της σύλληψής του και η μοναδική ανταμοιβή σου.
Και φτάνει η ώρα του απολογισμού, του δικού σου απολογισμού, σαν άνθρωπος και σαν γονιός.
Ευλογημένοι εκείνοι οι γονείς που βλέπουν τα βλαστάρια τους γερά και δυνατά, μέσα από τον δικό τους αγώνα χρόνων, αλλά και των προσωπικών επιτυχιών των παιδιών τους, να προοδεύουν, να προχωρούν στην ζωή τους και να μην ξεχνούν αυτούς τους γονιούς, την μάνα και τον πατέρα, που ξενύχτισαν στο προσκεφάλι τους όταν πονούσαν κι αρρώσταιναν, που φρόντιζαν, πέρα από την ψυχολογική και ηθική υποστήριξη, και τον οικονομικό παράγοντα. Που προσπαθούσαν, με βάση το δικό τους οικονομικό υπόβαθρο, να τους παρέχουν τα εφόδια για την ζωή τους. Ευτυχισμένοι οι γονείς που δεν μπήκαν ποτέ στον πειρασμό ν’ αναρωτηθούν τι έκαναν λάθος, πού έφτιαξαν και τα παιδιά τους ή ένα από αυτά -όσα κι αν έχουν- κόβουν τις αλυσίδες, απαξιώνουν την ύπαρξη του σπέρματος και της μήτρας. Μακάριοι οι γονείς που μέρες σαν και τούτες που πλησιάζουν, ημέρες γιορτινές και απολογισμού -όπως είναι τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά, που πέρα από την θρησκευτική γιορτή, είναι η γιορτή της γέννησης και η αρχή ενός ακόμα χρόνου, μιας νέας περιόδου- έχουν πλάι τους, στην αγκαλιά τους, ακόμα-ακόμα και στην «ποδιά» τους, τα μεγαλωμένα, τα αντριωμένα και μεστά βλαστάρια τους, που για κείνους, βαθιά στην ψυχή τους, παραμένουν τα μωρά τους.
Και πόσο πονεμένοι και δυστυχείς είναι εκείνοι που τα δικά τους βλαστάρια τους έχουν απαξιώσει, που έχουν σβήσει μονοκοντυλιά τα όσα εισέπραξαν, που έχουν κατηγορήσει τα γονικά τους πως προσπάθησαν να ζήσουν μέσα από την ζωή των παιδιών τους, που τους αποκάλεσαν γονείς του Σαββατοκύριακου. Πόσο πονούν περισσότερο κάτι τέτοιες μέρες, μέρες που μαζεύεται όλη η οικογένεια γύρω από το γιορτινό τραπέζι με γέλια και χαρές, βάζοντας στην άκρη τα όποια προβλήματα.
Κι εσείς, όσοι διαβάζετε τούτες τις αράδες, ακόμα κι εσείς που δεν έχετε «δικά σας» παιδιά, ανοίξτε την ψυχή και την αγκαλιά σας σε όποιο παιδί βλέπετε μπροστά σας. Σκουπίστε του τα αίματα από το γόνατο που χτύπησε, σφουγγίστε του τα δάκρυα, πες τε του μια γλυκιά κουβέντα.
Και οι γονείς που βιώσατε με πόνο και σπαραγμό τον αποχωρισμό του παιδιού σας, που φεύγοντας πήρε κι ένα κομμάτι της ζωής σας, αγκαλιάζοντας με αγάπη τα άλλα παιδιά και τους συνανθρώπους σας, αγκαλιάζετε το μισεμένο.
Ελάτε ν’ αγκαλιάσουμε όλοι μαζί τα παιδιά των πολέμων, τα παιδιά που κινδυνεύουν από την ασιτία, εκείνα που «οι μεγάλοι» αποφάσισαν να μείνουν χωρίς γονείς, όπως τα παιδιά της Γάζας και της Συρίας, ακόμη και αυτά που οι γονείς τους μπορεί να είναι παρόντες-απόντες.
Ας ανοίξουμε διάπλατα την αγκαλιά μας σε όλα τα παιδιά του κόσμου, μπορούμε να βρούμε τρόπους και ποιος ξέρει, μπορεί αυτά να φτιάξουν έναν κόσμο καλύτερο, να ξεκινήσει μια νέα περίοδος με καλύτερες προοπτικές.
Γονείς, μακάριοι και πονεμένοι, γονείς που δεν νοιώσατε το σκίρτημα ενός εμβρύου ή που κόπηκε ένα μέρος της ζωής σας, μπορούμε όλοι να χαρίσουμε ένα χαμόγελο σ’ ένα παιδί, σ’ ένα παιδί που είναι το μέλλον τούτου του κόσμου, του οποίου εμείς οδεύουμε να γίνουμε παρελθόν.

Εύχομαι σε όλες και όλους, φίλες και φίλους, «φίλους και φίλες», καλές γιορτές, όπου κι αν πιστεύετε, και σας παροτρύνω, εμείς οι γηραιότεροι να είμαστε μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη. Μπορεί κάποιος πικραμένος και ειδικά ένα παιδί, να πάρει κουράγιο απ’ αυτό το χαμόγελο…

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

Λούλα Αραχνούλα
Ο μόνος τρόπος για να ξορκίσω το φόβο μου στην ύπαρξη αυτού του εντόμου, είναι να γράψω την ιστορία της Λούλας Αραχνούλας. Ίσως έτσι καταφέρουμε να υπομένει η μία την άλλη, αλλά δε νομίζω πως ποτέ μπορεί να γίνουμε και φιλενάδες.
Πάνε πολλά χρόνια που κάποια προγονή της, όταν ήμουν στην παιδική ηλικία, γύρω στα 7, με τσίμπησε στο χέρι, με αποτέλεσμα να ταλαιπωρηθώ πάρα πολύ και για πολύ καιρό. Από τότε, μόλις έβλεπα αράχνη, πάγωνα. Μέχρι που μια φορά λιποθύμησα, όταν άγγιξα μια πλαστική, που μου την είχαν βάλει στη σχολική μου τσάντα για να μου κάνουν αστείο…
Η Λούλα Αραχνούλα είναι μια μικρή κοπελίτσα, τόσο μικρή που καλά-καλά δεν τη βλέπεις. Την αντιλαμβάνεσαι από τον ιστό της. Από το περίτεχνο κατασκεύασμα, που η καλύτερη υφάντρα δεν μπορεί να πετύχει.
«Άκου να σου πω την ιστορία μου» μου ψιθύρισε ένα πρωί, εκεί στον κήπο που καθόμουν, ανάμεσα στα δέντρα. «Πρέπει να σου την πω, για να πάψεις να με φοβάσαι. Στα πολύ παλιά τα χρόνια, στην Αρχαία Ελλάδα, από κει κρατά και η δική μου σκούφια, η Αράχνη, κόρη ξακουστού βαφέα, του Ίδμονα, ήταν ονομαστή υφάντρα. Ακόμα και οι Νύμφες πήγαιναν για να θαυμάσουν τα έργα της και όλοι πίστευαν πως την τέχνη της την είχε μάθει από τη θεά Αθηνά, αλλά εκείνη αρνιόταν πεισματικά, κάτι που εξόργισε τη θεά και μάλιστα την προκάλεσε σε διαγωνισμό. Το υφαντό της προγονής μου ήταν πιο δύσκολο από αυτό της θεάς, η οποία θύμωσε και τη χτύπησε στο πρόσωπο. Η Αράχνη από την ντροπή της αποπειράθηκε να κρεμαστεί. Η θεά δεν την άφησε να πεθάνει, τη μεταμόρφωσε σ’ αυτό που είμαι σήμερα και την καταράστηκε να είναι πάντα κρεμασμένη, κάνοντας την παλιά της τέχνη.»
Την κοίταζα με δέος καθώς μου τα έλεγε όλα αυτά κι ένοιωθα πολύ άβολα, γιατί με λένε Αθηνά…
«Ναι, ναι, ξέρω. Νομίζεις ότι φταίει το όνομά σου που μας φοβάσαι τόσο. Μην ξεχνάς, δεν είμαστε όλες τόσο κακές, όπως εκείνη που σε τσίμπησε. Κι εκείνη, δεν το έκανε για να σου κάνει κακό, αλλά φοβήθηκε ότι θα τη σκότωνες και αμύνθηκε. Βλέπεις, εμείς δεν είμαστε σαν τους ανθρώπους. Εμείς δε σκοτώνουμε, δεν τσιμπάμε, έτσι, γιατί δεν έχουμε κάτι καλύτερο να κάνουμε. Όλα τα ζώα είμαστε έτσι. Τα ά-λογα ζώα. Πάρε από τα μεγαλύτερα θηρία της ζούγκλας, μέχρι τα μικρότερα έντομα. Εάν σκοτώσουμε, όπως εμείς που πιάνουμε στον ιστό μας τις μύγες, τις πεταλούδες και τα κουνούπια, είναι για να τραφούμε. Έχετε μια παροιμία εσείς οι άνθρωποι που λέει πως, το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό. Γιατί; Μα για να τραφεί. Έτσι και τα μεγάλα ζώα τρώνε τα μικρότερα και πάει λέγοντας. Όπως από μας τρέφονται τα πουλιά. Βλέπεις, σε μας υπάρχει μια λογική αλυσίδα. Εσύ φοβάσαι εμένα. Γιατί; Πότε σου μίλησα άσχημα; Πότε σε κακομεταχειρίστηκα; Πότε σε έβρισα και σε χτύπησα; Πότε σε πρόσβαλα; Πότε προσπάθησα να σε εκμεταλλευτώ; Σου πήρα ποτέ εγώ το φαγητό σου; Έφταιξα εγώ αν κρύωνες το χειμώνα; Έφερα, μήπως, εγώ τις αρρώστιες; Δημιούργησα εγώ την τεχνική πείνα; Σου δημιούργησα τους πολέμους, την ανεργία, την ασιτία; Μήπως εγώ και τα υπόλοιπα ζώα φταίμε για την οικολογική -όπως τη λέτε- καταστροφή; Γιατί εμείς την ονομάζουμε σπάσιμο της αλυσίδας. Για όλα τα δεινά που έχουν βρει εσάς τους ανθρώπους, και κατ’ επέκταση κι εμάς στο ζωικό, αλλά και το φυτικό βασίλειο, φέρουμε καμία ευθύνη;»
Όσο έλεγε όλα αυτά, είχε γουρλώσει τα μάτια της και με κοίταζε. Είχα μείνει άφωνη. Δεν ήξερα τι να της απαντήσω. Σταμάτησε για λίγο, γιατί κάπου στον ιστό της μπερδεύτηκαν τα φτερά μιας πεταλούδας.
«Άσ’ την για μετά. Και θα σου πω κάτι ακόμα. Ας μην πάμε στους πολέμους που σκοτώνεστε μεταξύ σας οι άνθρωποι. Ας μην πάμε στις αρρώστιες που μόνοι σας δημιουργείτε, για να λιγοστέψετε, χωρίς να καταλαβαίνω το λόγο. Θα σου πω αυτό που συμβαίνει στη γειτονιά σου. Δεν κάνω κουτσομπολιό. Δίπλα σου δε μένει μια οικογένεια; Κι εσύ το ξέρεις πως έχουν προβλήματα. Σκοτώνονται, όχι με μαχαίρια και πιστόλια, αλλά με χαρτιά, για περιουσίες. Για τα σπίτια και τα χωράφια που τους άφησαν οι γονείς τους, μετά από χρόνων αγώνες και δουλειά. Λες και τους τα χρωστούσαν. Αδέλφια δε μιλιούνται και προσπαθούν να εξοντώσει ο ένας τον άλλο. Δε μου λες, αλήθεια; Όταν εσείς οι άνθρωποι παύετε να υπάρχετε, φεύγετε από τούτο τον μάταιο κόσμο, όπως λέτε, πεθαίνετε, βρε αδερφέ, παίρνετε μαζί σας και τα υπάρχοντά σας; Κουβαλάτε τα σπίτια, τα χωράφια, τα αυτοκίνητα, τα χρυσαφικά μαζί σας; Γιατί, συγγνώμη κιόλας, αλλά εμείς οι αράχνες, σε κάτι τέτοια εγκαταλελειμμένα σπίτια στήνουμε το σπιτικό μας. Έχεις δει τι όμορφα κεντίδια φτιάχνουμε πάνω και γύρω από έπιπλα, ασημικά, κάδρα και γωνίες; Ούτε η καλύτερη κεντίστρα σας δεν μπορεί, όχι να μας παραβγεί, αλλά ούτε και να μας αντιγράψει. Μένουν ακατοίκητα και τα παιδιά και τα εγγόνια τους τα εγκαταλείπουν, αφού κρατάνε για χρόνια αυτές οι διαμάχες. Για πες μου, λοιπόν, τώρα. Ποιος πρέπει να φοβάται ποιον. Εσύ εμένα, εμάς ή εμείς εσάς; Για να σου πω ακόμα μια πιο προχωρημένη σκέψη. Μήπως θα πρέπει να φοβάσαι περισσότερο τους ανθρώπους γύρω σου; Πίστεψέ με, αρκετοί, δυστυχώς, από αυτούς είναι πολύ βλαβεροί και πολύ πιο επικίνδυνοι. Μπορούν να σου δημιουργήσουν χειρότερες πληγές από κείνες που σου είχε δημιουργήσει το τσίμπημα εκείνης της αράχνης. Και το βλέπεις καθημερινά σ’ αυτό που λέτε τηλεόραση και στο άλλο, εκείνο με τη μικρή οθόνη, που γράφετε και διαβάζετε κιόλας. Αρκετά είπαμε, όμως, και νύχτωσε. Πρέπει να πας κι εσύ μέσα και να ξεκουραστώ κι εγώ λιγάκι. Μόνο ένα πράγμα, πριν καληνυχτιστούμε: Σκέψου λίγο όλα αυτά που σου είπα κι εύχομαι αύριο το πρωί που θα βγεις στην αυλή να πιείς τον καφέ σου, να μη με ψάχνεις με τρόμο, αλλά να μου πεις μια γλυκιά καλημέρα και σε μένα, όπως κάνεις με τα πουλιά…»

_
γράφει η Αθηνά Μαραβέγια

Μου έκαναν την τιμή ο Κώστας Θερμογιάννης, ο Δήμος Χλωπτσιούδης και το τοβιβλίο.net να το δημοσιεύσουν -όπως και τα περισσότερα "κείμενά" μου- και αγαπητοί φίλοι να το σχολιάσουν, και τους ευχαριστώ όλους.